Roberto Bolano, Αυτοπροσωπογραφία στα είκοσί μου χρόνια


1620295_812698178746650_283656869_n-300x279

Αφέθηκα να φύγω, την έκανα γρήγορα, και δεν έμαθα ποτέ

προς τα πού θα μπορούσα να έχω πάει. Πήγαινα γεμάτος φόβο,

μου χαλάρωσε το στομάχι και μου βούιζε το κεφάλι:

εγώ πιστεύω ότι ήταν ο κρύος αέρας των νεκρών.

Δεν ξέρω. Αφέθηκα και πήγα, σκέφτηκα ότι ήταν κρίμα

να τελειώσει τόσο γρήγορα, αλλά απ’ το άλλο μέρος

άκουσα εκείνο το κάλεσμα μυστήριο και πειστικό.

Ή το ακούς ή δεν το ακούς, και εγώ το άκουσα

και σχεδόν με έπιασε να κλαίω. Ένας ήχος τρομερός,

γεννημένος στον αέρα και στη θάλασσα.

Μια ασπίδα και ένα ξίφος. Τότε,

παρά το φόβο, αφέθηκα και πήγα, έβαλα το μάγουλο μου

πάνω στο μάγουλο του θανάτου.

Και μου ήταν αδύνατο να κλείσω τα μάτια και να μη δω

εκείνο το παράξενο θέαμα, αργό και παράξενο,

αν και εντοιχισμένο σε μια πραγματικότητα ταχύτατη:

Χιλιάδες νέοι όπως εγώ, άτριχοι ή μουσάτοι, αλλά λατινοαμερικάνοι όλοι,

ενώνοντας τα μάγουλα τους με το θάνατο.

*Μετάφραση: Κωνσταντίνα Παναγοπούλου-Perez. Tο ποίημα και η φωτογραφία της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από το http://www.poiein.gr/archives/26039/index.html

Leave a comment