XLI
Τ’ αγριοπούλι
χυμά. Γιατί σωπαίνεις,
αηδονάκι;
XLII
Βγήκα στη βροχή,
μα η φωτιά μέσα μου
άσβεστη μένει.
XLIII
Την ομορφιά της
τη βλέπει. Αόρατα
τα σχέδιά της.
XLIV
Σταμάτησαν πια
τα πόδια να χορεύουν.
Ώρα των χειλιών.
XLV
Ξέσκεπο κορμί
κολυμπά μες στ’ όνειρο
κι όμως ιδρώνει.
