Όταν πρωτοφτιάχθηκαν ο Ουρανός κι η Γη, πριν δηλαδή από ένα σωρό χρόνια, κάθισαν κι οι δυο τους στο τραπέζι κι έβαλαν στη μέση τον κόσμο, για να τον μοιράσουν σωστά και δίκαια, όπως όλοι οι κυβερνήτες.
Ετούτο δικό μου, εκείνο δικό μου, τ’ άλλο δικό μου’, έλεγε ο καθένας με τη σειρά του, χωρίς να βρίσκουν άκρη. Βλέπεις, ήθελαν για λογαριασμό τους όσο περισσότερα γινόταν και στο τέλος παρασύρθηκαν τόσο από τον καβγά, που κόντεψαν να πιαστούν μαλλί με μαλλί στα καλά καθούμενα.
Το σούρουπο βρήκε τη μία από τη μια και τον άλλο από την άλλη να τραβολογάνε πεισμωμένοι ένα δύστυχο βουνό.
– Άσ’ το κάτω το βουνό, φώναζε αγριεμένος ο Ουρανός.
– Τι λες, καλέ, που θα το αφήσω; Ακούς εκεί, Ουρανός πράμα να θέλει βουνά και δέντρα, φώναζε η Γη, έτοιμη να πεταχτεί επάνω και να του στρίψει του Ουρανού το λαιμό.
– Πρόσεχε καλά κυρά μου, γιατί είμαι πιο δυνατός από σένα. Τα παίρνω όλα με το έτσι θέλω και σε αφήνω φαλακρή σαν γλόμπο! Τότε η Γη-που ήταν εξυπνότερη- έβγαλε έναν αναστεναγμό, είπε ‘αχ, σβήνω’ και σωριάστηκε, τάχα μου, λιπόθυμη μπροστά στα πόδια του. Κι εκείνος, που την αγαπούσε κρυφά, της χάρισε τα νερά όλου του κόσμου, για να τη δροσίζουν και να μην ξαναλιποθυμήσει ποτέ πια. Με τον ίδιο τρόπο κατάφερνε η Γη να παίρνει πότε το ένα πότε το άλλο, βουνά, νησιά, δρόμους, χώρες, ζώα, λουλούδια, και το πιο παράξενο απ’ όλα : τους ανθρώπους. Στο τέλος τον έπιασε απελπισία τον Ουρανό.
-Όλα τα πήρες. Όλα! Τι θα γίνω τώρα άδειος κι ολομόναχος; Εγώ φταίω που σου’ χω αδυναμία, έκλαιγε απαρηγόρητος με το κεφάλι ανάμεσα στα χέρια. Κι εκείνη, που κατά βάθος είχε τρυφερή καρδιά, του είπε: -Θα έχεις δικά σου όλα τα φλύαρα άστρα και τους γαλαξίες, τους κομήτες, που χαλάνε τον κόσμο πέφτοντας, και την ωραία Σελήνη, που θα σε μαγέψει και θα την κάνεις πριγκίπισσα. Θα έχεις τον Ήλιο να σε ζεσταίνει χειμώνα καλοκαίρι και θα στέλνεις κάτω όσο φως θέλεις. Θα έχεις τα βλέμματα των ανθρώπων, που θα ζουν σε μένα, αλλά θα κοιτάζουν εσένα. Και ακόμη, θα σου χαρίσω το μεγαλύτερο καθρέφτη του κόσμου, να καθρεφτίζεσαι μέσα του μέρα νύχτα με τα μπλε μάτια σου και με τ’ αστέρια σου.
Τόσο πολύ χάρηκε ο Ουρανός με το τελευταίο αυτό δώρο, που ξέχασε αμέσως τη λύπη του και την κοίταξε βαθιά μέσα στα μάτια μήπως τη μαγέψει και τον αγαπήσει.
Όμως η Γη στρώθηκε αμέσως στη δουλειά, τοποθετώντας στις θέσεις τους τα χωριά, απλώνοντας, όπου έπρεπε, τους κάμπους, φυτεύοντας δάση και βουνά στις αδειανές, προς το παρόν, εκτάσεις της, κι έτσι δεν είχε μυαλό για τέτοια.
Είδε κι απόειδε εκείνος, μάζεψε τα μπογαλάκια του και σηκώθηκε να ετοιμαστεί για το ταξίδι. Θα πήγαινε σπίτι.
Ωστόσο, λίγο προτού φύγει για πάντα, της έριξε μια τελευταία ματιά.
Αν και ήταν ακόμη μισοφτιαγμένη, του’ κοψε την ανάσα με την ομορφιά της. Αλήθεια, η μοιρασιά είχε γίνει δίκαια.»
*****
[…] Όταν σε ρωτήσουν «ποιανού είναι η θάλασσα;» πρέπει ν’ απαντήσεις ολόσωστα: «είναι του Ουρανού και του τη χάρισε η Γη, για να καθρεφτίζονται μέσα τα μπλε μάτια του και τ’ αστέρια του».
*****
«…Βουίζεις και συ με τις μέλισσες στην αρχή της άνοιξης κι εμένα η καρδιά μου τρέμει, τρέμει η καρδιά μου και κατρακυλά σαν άστρο που ξεκόλλησε και πάει, βουίζεις με τις μέλισσες και τραγουδάς με τα μυγάκια των κήπων – σ’ ακούω που τραγουδάς, κι ευτυχώς σε βλέπω κιόλας, ανοίγω τα μάτια μου να σε χωρέσω κι όλο κάτι μου ξεφεύγει, ένας κήπος απ’ τη μια, λίγη θάλασσα απ’ την άλλη, καθρεφτίζομαι στη θάλασσά σου, και το πιο πολύ που θέλω να’ μαι κι εγώ ένας τόσος καθρέφτης, τόσος σαν αναστεναγμός, ν’ αποτυπώσω την εικόνα σου, της άνοιξης και του χειμώνα, του φθινοπώρου και του ζεστού καλοκαιριού, που υπάρχουν γιατί υπάρχεις και γιατί υπάρχεις δικαιολογώντας την ύπαρξη όλων των ωραίων πραγμάτων αυτής εδώ της πλάσης. Βουίζεις και συ, χαρά μου, από μακριά, αλλά εγώ σ’ ακούω. Και σε βλέπω κιόλας. Ευτυχώς. Σε βλέπω».
*****
«Είναι ένας μεγάλος και παράφορος Ουρανός, έτοιμος να σου χαρίσει ό, τι έχει και δεν έχει, φτάνει να κοιτάξεις ψηλά και να πεις: “Εύχομαι να γίνουν όλα όπως τα νόμιζα μικρός…” Και τότε θα γίνουν όλα όπως τα νόμιζες μικρός κι ο κόσμος όπως τον νόμιζες- αφού μπροστά από τα σκούρα γυαλιά των ανθρώπων ο κόσμος παραμένει χαμένος και μόνο πίσω απ’ αυτά είναι αλλιώτικος, σαν φωτογραφία από την αμμουδιά των παιδικών σου χρόνων με τον Ουρανό πάνω, έτοιμο να ρίξει ένα ένα όλα του τα αστέρια για σένα. Γιατί αυτός είναι ένας μεγάλος και γενναιόδωρος Ουρανός κι έχει έναν τρόπο ν’ αγαπά και να χαρίζει – όχι τσιγκούνικα, όπως η Γη κι όπως εμείς, αλλά με όλη του την ψυχή, κι όχι με την αγωνία ότι οι άλλοι του παίρνουν κάτι, αλλά με τη χαρά ότι έχει για να πάρουν, και η ψυχή του είναι πάντα γεμάτη και δε στερεύει. […] πάντα εκείνος επάνω και πάντα κάτω η Γη. Είναι ένας μεγάλος και παράφορος Ουρανός, φτιαγμένος ίσα ίσα να σκεπάζει ένα μεγάλο και παράφορο κόσμο».
*****
«[…] όλα γίνονται σοφά κι υπάρχουν μέσα στο πιο σοφό σενάριο του κόσμου σαν μωρά που θα’ ρθουν όπου να’ ναι στον κόσμο».
…Θα πονάω πάντα για τις λέξεις που δεν έχω να μιλήσω, πάντα
για τα παγκάκια με τα σκαλισμένα αρχικά στα πάρκα και πάντα
θα πονάω για τους έφηβους που δεν ξέρουν τι να κάνουν το
Μεγάλο Έρωτα,για τα αθώα μάτια που είχαν όλα μας τα λάθη,
θα νιώθω πάντα την καρδιά μου να αναβλύζει ωραίο μαρτιάτικο
αίμα,
και πάνω απ’ όλα, θα πονάω για τους παλιούς μας εαυτούς
που τραμπαλίζονται στο μισοφέγγαρο χρόνια και χρόνια, οι παλιοί μας εαυτοί , με τις ποδιές τους ν’ανεμίζουν και τις
σάκες τους, οι εαυτοί μας, τα ξωτικά τ’ Ουρανού, που χαλάνε τον
κόσμο κάθε βράδυ, όταν ησυχάζει ο κόσμος και δεν ξεχνιέται τί-
ποτα – τίποτα δε γίνεται να ξεχαστεί…
