Η επανάσταση του γιασεμιού
Η επανάσταση του γιασεμιού
Κοιμήθηκα – με φίλησε η μάνα μου
είχαμε οργανώσει γλέντι
στην αυλή (τη μέσα) για το βράδυ
στάζανε έρωτες τα ρόδια μας
Ξύπνησα – με έσπρωχνε μια ξένη που βογγούσε
είδα τα μέλη (στη γιορτή) ακρωτηριασμένα
τα ρόδια στάζανε τον πόνο
τα μάτια μας μπερδέψανε το άλικο.
Πέθανα – με κόψανε τυφλοί με ιδεολογία
με βάλαν να στηθώ πλάι στα χέρια δίχως ταίρι
χόρεψε ‘λέγαν και γελούσαν
δεν πρόλαβα να δω τα ρόδια
(πετάχτηκαν λευκόσαρκα στον τοίχο)
***
Φιέστα
Σαν σε χορό ελληνικό
εβάλανε σε κύκλο τα καρότσια τους
στηθήκανε κι εκείνοι από πίσω
σε καρτ-ποστάλ
ριπές και έπεσε
έκαστος στο καρότσι το δικό του
να μη λερώσουνε -είπανε-
με το ξένο αίμα
το πολυφίλητο χαλίκι της
πατρίδας
και πάλι, σ’ ετούτη τη γιορτή τη φρίκης
όπου χορεύουνε μονάχα πεθαμένοι
θαυμάσιες γνωριμίες μπορείς να κάνεις
αφού εμάθανε τόσα ελληνικά οι καημένοι
Εσείς πώς λέγεστε; -Ομάρ! Από πού είστε;
κι εσείς Ναγκίμπ με σύζυγο Εβραία,
ήρθατε όλοι εδώ γι’ αναψυχή
με τα μοιραία γραφεία ταξιδίων
“Ο Μετανάστης”
*Τα ποιήματα αυτά δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό”Ένεκεν” τεύχος Οκτωβρίου-Νοεμβρίου-Δεκεμβρίου 2013.
