Βγήκε πάλι στο μπαλκόνι κι έκλαψε με το φεγγάρι
βάφοντάς το
και πάλι
κόκκινο…
κάθε βράδυ μια θυσία,
κάθε νύχτα μια αυτοκτονία,
η δική της.
πέθανα…
τόσες φορές, αν κι ακόμη ζω!
βαδίζει μες το δάσος
στοιχειωμένη από τις μάταιες Αγάπες που πρόσφερε
στα άσπλαχνα έρμαια των δήθεν αναγκών της ζωής…
κάθε νύχτα ακούω ένα χτύπο στην πόρτα
και μετά σιωπή,
ακούω τη σιωπή που τη γδύνει, την αγγίζει, την παγώνει…
…μένει μαρμαρωμένη σε μια αγκαλιά
που προ ολίγου έφυγε..
βαλσαμώθηκε..
άνοιξα την πίσω πόρτα
(μόνο αυτή δεν είναι κλειδωμένη)
και την είδα:
μια ματωμένη καρδιά ξαπλωμένη στο γραφείο
να γράφει με τα παγωμένα, ματωμένα της δάκρυα
τούτες τις σκόρπιες αράδες (που εσείς αποκαλείται “ποίηση”)
για την ανέφικτη αγκαλιά κάποιου “Α”…
Νέττα, 3/2/2013
