Γυρίζω σ’ εσένα, μοναξιά, κενό νερό,
νερό των εικόνων μου, τόσο νεκρό,
σύννεφο των λόγων μου, τόσο ερημικό
νύχτα της ανείπωτης ποίησης.
Για σε το ίδιο αίμα –δικό σου και δικό μου-
ρέει η ψυχή του κανενός πάντα ανοιχτά.
Για σένα η αγωνία είναι σκιά στην πόρτα
που δεν ανοίγει ούτε τη μέρα ούτε και τη νυχτιά.
Ακολουθώ την παιδική ηλικία στη φυλακή σου, και το παιχνίδι
που εναλλάσσει θανάτους κι αναστάσεις
από την μια εικόνα στην άλλη ζει τυφλό.
Κραυγάζουνε ο άνεμος, ο ήλιος κι η θάλασσα σε ταξίδι.
Εγώ κατασπαράζω τις καρδιές μου
και παίζω με τα μάτια του τοπίου.
Ο Ιούνιος μού ’δωσε τη φωνή, τη σιωπηλή
μουσική να σιγάσω ένα συναίσθημα.
Ο Ιούνιος παρασέρνεται τώρα σαν τον άνεμο
κι η ψυχή άδικα βιάστηκε να ευχαριστηθεί.
Στο χρόνο τής θανής μου κάθε μέρα
οι συνέπειες της φωνής μού είπαν τόσα
και τόσο σιωπηλά, που κάποιες μέρες
ζήσαν στη σκιά αυτού τού τραγουδιού.
(Εδώ η φωνή ραγίζει κι ο τρόμος
για την τόση μοναξιά τις μέρες τις γεμίζει.)
Σήμερα κλείνει χρόνος, Ιούνιε, που μας είδες,
άγνωστους, μαζί, για μια στιγμή.
Οδήγησέ με σε κείνο το λεπτό από διαμάντι
που συ μες σ’ ένα χρόνο έκανες πέρλα θλιβερή.
Σήκωσέ με ως το σύννεφο που ήδη υπάρχει,
σώσε με από τα σύννεφα, εμπρός.
Κάνε νάναι το σύννεφο η καλή στιγμή
που μού ‘δωσες, Ιούνιε, και σήμερα έχει ενός χρόνου ζωή.
Δίπλα στον ουρανό τη νύχτα θα περάσω
για να διαλέξω σύννεφο, το πρώτο
σύννεφο που απ’ τ΄όνειρο θα βγει, από τον ουρανό,
τη θάλασσα, τη σκέψη και την ώρα,
τη μόνη ώρα που εμένανε προσμένει
Σύννεφο των λόγων μου προστατευτικό!
