Νεκταρία Μαραγιάννη, Χειμώνας

100121-BloodyMoon

Η δειλία φαντάζει αναπόφευκτη κληρονομιά του φόβου. Οι ακτίνες του ήλιου προχωρούν αργά, ψηλαφώντας με επιφυλακτικότητα την πονεμένη Τσιμεντούπολη. Στους δρόμους αναβρύζουν οι πληγές της ∙ αγκαλιάζονται στοργικά από τον ουράνιο δίσκο, μέχρι που αντικρίζει τη στοργικότητα στα μάτια ενός περιφερόμενου σκύλου… και, τότε, ο δίσκος στρέφεται ολόκληρος προς την επιζούσα ύπαρξη, αναζητώντας, στον αμφιβληστροειδή της χιτώνα, τη ζωγραφιά του κόσμου. Η ρεαλιστικότις γίνεται δύσκολα δεκτή, αν και ανεπιθύμητη. Ο κόσμος θα μπορούσε να ήταν σίγουρα καλύτερος, μα ο τρόπος, όσες φορές κι αν έχει διατυπωθεί, παραμένει αινιγματικός, πιθανόν δεν υπάρχει ∙ απουσιάζει το κλειδί που θα ανοίξει την πύλη.

Βλέποντας αποστασιοποιημένα την πραγματικότητα, δημιουργείται μια ουτοπία στην οποία η κυκλοφορία θα είναι καλύτερη, δίχως προσκόμματα και επίπλαστες δικαιολογίες. Συμβαδίζει με μία δύσκολη και πονεμένη έννοια, την επικοινωνία. Το «τώρα» την έχει απορρίψει, έδωσε «άκυρο» στην ύπαρξή της, ρίχνοντάς την στο βούρκο. Η αρχή έγινε με την ουσιαστική και -πλέον- ανύπαρκτη επικοινωνία, με αυτή, δηλαδή, που το ένα υποκείμενο κατανοούσε το άλλο, δίχως, το δεύτερο, να μπει στη διαδικασία να εξωτερικευθεί. Ακόμη, όμως, κι αν εκφραζόταν, δεν θα ήταν απαραίτητο να ανταποδώσει ο δέκτης, καθώς ο πομπός θα είχε την επίγνωση πως εκείνος θα τον καταλάβαινε. Αυτό και μόνο το ερέθισμα αρκούσε, ώστε να βγάλει στην επιφάνεια τα μύχια της ψυχής του, τις πληγές που ματώνουν και βασανίζουν.

Επόμενη ήταν η τυπική, αν κι αυτή επιβιώνει ακόμη. Το όριο ζωής της, ωστόσο, μειώνεται συνεχώς. Αποχωρεί γοργά καθώς πλησιάζουν τα γκρίζα σύννεφα. Επακολουθεί σιωπή και μετά βροντή. Συνοδεύεται από ένα αναπόδραστο ξέσπασμα ∙ η φύση σπαράζει, κλαίει, ματώνοντας τον εαυτό της και τιμωρώντας την ιερόδουλη ανθρωπότητα για τα καρφιά που της ρίχνει.

Της κάνω συμπαράσταση ∙ επιλογή μου, όπως και οτιδήποτε σε αυτό το μικρό θέατρο που αποκαλείται «ζωή». Γίνεται πιο δραματικό και ασφυκτικό όταν η παγωνιά της ανθρωπότητας αγγίζει τα μάρμαρα του Παρθενώνα. Τότε κρυσταλλώνει μια ψυχή που ανέπνεε υπερηφάνεια κι ασφάλεια. Η κινητή μάζα αδιαφορεί για την «αναπνοή», νομιμοποιώντας και μονιμοποιώντας την απροσωπία, βαπτίζοντας «επικοινωνία» την εκφραστικότητα. Όπου κι αν διασχίσει κανείς έρχεται αντιμέτωπος με τη «χειμωνιά» του εαυτού του, την κακοκαιρία της ψυχής. Ο ήλιος κρύφτηκε πίσω από τα σύννεφα επειδή φοβάται ∙ φοβάται πως, αν απλώσει τις ακτίνες του, θα σκαρφαλώσουν οι ζωντανοί νεκροί, με απώτερο σκοπό να ικανοποιήσουν τη φιλοδοξία τους, βλέποντας τον κόσμο από ψηλά.

Ακολουθούν την αγέλη αρνούμενοι τη γύμνια τους, τη γύμνια που πηγάζει από αυτό που κάποτε αποκαλούνταν ψυχή ή προσωπικότητα. Ενδύονται με το καλούπι που προσφέρει απλόχερα η μάζα, επιβάλλοντας ως αντάλλαγμα τη μίμηση, ειδάλλως, την υπακοή των κίβδηλων επιθυμιών. Κάθε κίνηση του σώματος ισοδυναμεί με την ταυτόχρονη παράλυση του «εγώ» και ερήμωση κάθε ζωτικής ίνας κυκλοφορίας. Σταδιακά αποχωρούν τα χρώματα όλων των ψυχών –νόθων και ζωντανών- το επιβάλει η δυσοσμία της εποχής ∙ το γκρίζο της ασφάλτου αγγίζει τις σόλες των παπουτσιών, έπειτα μεταφέρεται σε όλο το σώμα διεισδύοντας στο εσωτερικό του – σαν τους ιούς που αποκτούν ζωή αφότου εισέλθουν στον οργανισμό μας – δημιουργώντας, με αυτό τον τρόπο, «γκρίζες» ψυχές. Οι δείκτες του ρολογιού χτυπούν μανιωδώς αντίστροφα, ενώ απουσιάζει η πανάκεια που θα εξωραΐσει το μουντό χρωματισμό μας, ώστε να γίνουμε πάλι το υπέροχο ουράνιο τόξο.

Στη χώρα των μεγάλων καθένας αδυνατεί να συνειδητοποιήσει την αλήθεια, την οποία μπορεί να αντιληφθεί ένα παιδί ∙ ένα κομμάτι του ήλιου βρίσκεται μέσα μας, το άλλο μισό βρίσκεται κάπου αλλού κρυμμένο, κάπου κοντά μας ή μακριά μας, μα όντας ψυχικά μύωποι αδυνατούμε να το διαπιστώσουμε. Απαιτείται η εύρεση ενός μικρού κλειδιού, ώστε να ανοίξουμε την πύλη. Έπειτα, θα ανατείλει ο δικός μας ήλιος, αυτός που αγαπάμε σαν πηγή ζωής. Πλέον, δε θα είμαστε καταδικασμένοι στο αιώνιο σκοτάδι του χειμώνα, όμηροι της μελαγχολίας και της παγωνιάς που σκεπάζει την καρδιά μας.

Νέττα

Leave a comment