I
Έτοιμη η σχεδία
σαράντα τόσα χρόνια την έτοίμαζα
κόβοντας δέντρα φυτεύοντας δέντρα
γράφοντας και σβήνοντας
— γράφοντας και σβήνοντας έλιωσα τη ζωή μου.
Δεν έχω άλλα προσχήματα
έτοιμη η σχεδία
κι ή θάλασσα κάλμα μπουνάτσα.
Όλα σε τάξη μέσα στο μυαλό
χτισμένο σπίτι και χτισμένο μέλλον
με φυλακές χαρούμενες, τραγούδια, και με φως.
Δέν έχω πια καμμιά δουλειά σε τούτο το νησί.
II
Όπως άπό καράβι φεύγοντας σε βλέπω τώρα πιά
να χαμηλώνεις λίγο λίγο τα φώτα σου για μένα.
Αλλόγλωσο και το τραγούδι μεταφρασμένη μουσική
— δεν θα το ξαναδούμε τούτο το λιμάνι.
Δίπλα μου οι σύντροφοι σκυφτοί στο συρματόσκοινο
δεν κλαίνε και δεν βλαστημάνε
ήρθαν μαζί φεύγουν μαζί απ’ αυτές τις αμμουδιές
έχουν πολλή δουλειά δεν ξέρουνε δεν συλλογιούνται πού
τραβάνε.
Μονάχα ο καπετάνιος ξέρει μα ο καπετάνιος δεν μιλάει.
Στον τιμονιέρη δόθηκε η πορεία
φεύγουν τά φώτα της στεριάς
κι ο αγέρας φέρνει άμμο και δάκρυα στα μάτια
— όπως από καράβι
όπως από καράβι φεύγοντας σέ βλέπω τώρα πιά.
ΙΙΙ
Μονάχα τό κρασί κι η θάλασσα δεν άλλαξαν
Κι όμως ετούτα πρέπει νά ‘ναι τα παιδιά μας
έχουν τα σπίτια μας και τα ονόματά μας
Τζόγια Δημήτρης Κάκια
πόσο απρόσεχτα μας αγαπούν
μέσα στο νέο φως που δεν μας ξέρει!
Άπό λιοστάσι σε λιοστάσι κατεβαίνοντας στη θάλασσα
βρίσκω τα χρόνια μου ξερά φιδοπουκάμισα
κλειστά παράθυρα κλειστά πηγάδια και καχύποπτες πηγές που
αρνούνται το νερό
Αμερική Αυστράλια Καναδά
χώρα τη χώρα και σελίδα τη σελίδα – στο πουθενά
Χαθήκαμε χωρίς να πέσει ντουφεκιά.
*Περιλαμβάνονται στο βιβλίο “Υπό ξένη σημαία – Ποιήματα 1967-1987”, εκδ. ύψιλον/βιβλία, 1991.
