Είμαστε ουρά ασπόνδυλου
μόλις αρχίζει να χαράζει
και οι σκιές γίνονται πρόσωπα
Μπροστά μου στέκονται δύο άντρες
το βλέμμα τους αστράφτει
με γλώσσα βαριά χείλη σκληρά
ο πρώτος στη σιωπή μου αποκρίνεται
“από τον Καύκασο κάθε χειμώνα
κατεβαίνουνε πουλιά
προς τις ζεστές πεδιάδες
τα κοίταζα παιδί
να ραίνουνε τη στέγη μου
πολύχρωμα ράμφη και φωλιές
το χωριό είχε εκατό κατοίκους
κι όλοι θέλανε να φύγουν
ίσως γι’ αυτό ο ερχομός τόσων φτερών
έφερνε αγρύπνια
και τον Ίκαρο να καίγεται
στης σόμπας μας τις φλόγες”
ο άλλος μένει σιωπηλός
απ’ το σαγόνι του καταλαβαίνω
ότι του λείπουνε τα δόντια
ανοίγει τότες την παλάμη του
κι απ΄ τον καρπό ως τ΄ ακροδάχτυλα
με μαύρη μελάνι έχει γράψει
“’ενα δόντι προσέφερα
σε κάθε νεκρό μου”
“αν έκαψες τον Ίκαρο’
στου Καύκασου τη χόβολη
κι αν χάλασες το στόμα σου
για τα κλειδιά της Μνημοσύνης
αυτή η ουρά πλέον σου φαίνεται
ουρά και πλάτη ελαφίνας”
είπε η γυναίκα πίσω μου
και τα ταμία ανατινάχθηκαν
και οι ψυχές μας γίνανε δάση
*Το ποίημα αυτό δημοσιεύτηκε στο περιοδικό “Ένεκεν” στο τεύχος 29, Ιουλίου-Αυγούστου-Σεπτεμβρίου 2013.
