Διώχνοντας τα όνειρα μακριά
Η νύχτα σε άξονα
κι εσύ στο αναμμένο μου κάρβουνο
κοιμάσαι με την καρδιά ανοικτή
το φως είναι κάθετο, ποιος το απαρνιέται
κάθε του σπίθα όνειρο
για μένα λόγχη
αποφλοιώνω τη μνήμη
θέλω το κάρμινο κορμί σου
και ευτυχώς, αν δεν το έχω
έχω τη δίψα του
και τον αξιοπρεπή
και πρακτικό
αδυσώπητο χρόνο
που μας λάτρεψε έχω,
τις ανεξάρτητες πανβιωτικές μας νύχτες
επαναλαμβάνεται η ζωή,
με άλλους συνανθρώπους
μεριζόμαστε σκέψεις,
σε βαθμούς Κελσίου της επόμενης
σε εσοχή και επανάληψη
αυτό το μάθημα ήταν αστήρικτα δύσκολο
δεν πρόλαβα καμία υποσημείωση
κυλάμε σαν ποτάμι δίπλα, ομαλά με συγγνώμες,
μη μου λες όμως για δέκτες αποδέκτες
αιμορραγήσαμε, διώχνοντας τα όνειρα μακριά
εμείς, από τους πολλούς, μονάχα εμείς
Ευγενικό
Aυτό είναι το ντύσιμο που επί τέλους θέλει η λέξη
κάθε πατημασιά και κάθε θόρυβος
αδυνατίζουν την όραση της ισορροπίας
εδώ τα φύλλα φτιάξανε δικούς τους
γρήγορους χορούς
βήμα του ανέμου
βήμα φτερού
επιστροφή κατά συνθήκη
επιστροφή σε συγκατάβαση
και σε ρυθμό, πίσω γυρμένο το κεφάλι
στην πίστα σαν να τρέχει το αίμα
από τα μάτια από την κοίτη
και ο χορός
είναι χαρά ως αίμα
ρέει όταν υπάρχει ζωή
είναι βαθύς ως κοίτη
και η ευγένεια
είν’ η πορεία των καλών σχέσεων
του πνεύματος με το σώμα
επιλογή σου ο χρόνος
που μεσολάβησε
όταν ήρθα αργοπορημένη
η πορεία, αντίθετη με όσα ήθελες
να είχε πεινασμένος;
να είχε απόλυτα;
τόσο ξέρεις,
πως αυτό είναι
δεν έχει άλλο
ξέρεις πως όταν χορεύεις, το λάθος φαίνεται
είναι τέλειο από μόνο του
το τραγούδι της εντέλειας
κι ο χορός βασίζεται
στο βιβλίο που δεν άντεξες ν’ ανοίξεις
πόσες μανούβρες να χρειάστηκες
να γίνεις αυτό που είσαι
ενώ το ήσουν τέλειος όταν φιληθήκαμε;
το ήσουν έστω μικροαστός
αστός των αισθημάτων σου
η άμαξα που μας έφερε τη νύχτα είχε σταθμό
τη μια στο Ψυχικό την άλλη στα Πετράλωνα
εδώ που είμαι δεν είναι ούτε το ένα ούτε το άλλο
έχει μόνο ευγένεια χρόνου
και παρορμήσεις
που δεν αδυνατίζουν μνήμη
είμαι το φως της νύχτας
το βήμα ενός χορού
το μεσονύχτι του λιτού περάσματος
φοξ τροτ, ποιήματα, Έρμα Βασιλείου, Αφροδίτη, 2013
Μπλε και άσπρο σατέν
Έτσι αφού κάποτε έμαθα τη μεγαλομανία του χρόνου
άντεξα να μην του ζητήσω να σε δω από έτη φωτός μακριά
ήσουν ντυμένος με μπλε σατέν και άσπρο
σαν γη από πλανήτη αλλόπιστο
και η γη ακούγεται στη ρύπανση της περηφάνιας
στριφογεμίζει κύκλους
να μετράει ένας πλανήτης άδειος από κοσμήματα
ασορτί σατέν σαν θάλασσα
φαρμπαλάδες ακοίμητους
κοκτέιλ με αγάπης σπίρτο
ευωδιές ιβίσκων
λούλουδα μπανανιάς πελώρια σφίγγονται πάνω σου
να σ’ αφήσουν να γιάνεις
έρχομαι να σε δω
σαν έλεος
στο κοιμητήρι παραδόσεων
να, η αφάνεια
σου γλιστρά
γυαλοκοπά η αυτάρκεια
φεύγω πάντα ακίνητη
και πάντα νικημένη
όμως με χρόνια είναι που θέλει ο αέρας να σε ντύσει
είναι που θέλει ο κάμπος να ντυθεί
εγώ γυμνή να δίνω, μόνο εγώ, γυμνή
ούτε ντυμένη, ούτε άντυτη
γιατί σε θέλω ακόμα στο ατελείωτο
*Από τη συλλογή “φοξ τροτ”, εκδόσεις Αφροδίτη, 2013.
