Κοντά ογδόντα χρόνια πέρασαν, μια ολάκερη ζωή, από τότε που οι τσιγγάνοι του Αλμπαϊσίν προσπαθούσαν να καθαρίσουν τους αιμάτινους λεκέδες από τους ασπροβαμμένους τοίχους των σπιτιών τους κι οι νάρδοι σιγομουρμούριζαν πένθιμα τραγούδια, τα τραγούδια που συντρόφεψαν την ταφή του ποιητή Λόρκα, την ταφή της Ισπανίας…
Από τότε πέρασαν κοντά ογδόντα χρόνια. Η λήθη απλώθηκε πάνω σε δικαίους και αδίκους κι αυτοί που χάθηκαν φύγανε με την πίκρα στα χείλη κι οι τοτινοί νικητές είναι και τώρα νικητές και τα χρόνια πέρασαν κι οι πληγές κρύφτηκαν κάτω από καινούργια ρούχα. Ογδόντα χρόνια μια ολάκερη ζωή κι η Ισπανία της εφηβείας και του ονείρου κείτεται νεκρή στην αγορά.
Καθώς ο ήλιος, λίγο πριν χαθεί πίσω από της Γρανάδας τον ορίζοντα, βάφει χρυσοκόκκινα τα σπιτάκια του Αλμπαϊσίν, οι γεροτσιγγάνοι σιγοτραγουδούν την μπαλάντα της ταφής του ποιητή τους Λόρκα:
Απ’ την Ρεάλ ντε Καρντούχα
και τον λόφο Αλχακάμπα
μες’ απ’ το Αλμπαϊσίν και την πλατεία Λάργκα
στους ώμους έξη τσιγγάνων
πορεύεται κατά τους εφτά λόφους
ο Φεντερίκο Γκαρσία καθώς χαράζει η αυγή
στους ώμους έξη τσιγγάνων.
Τον πάνε για να τον θάψουν στο Τσέρο ντε Αϊσεϊτούνο
Και μόνο τσιγγάνοι είναι γύρω του,
μπρος και πίσω, στα πλάγια τσιγγάνοι
ενώ στον αέρα ακούγεται
να παίζει η σολέα.
Η σολέα, ω σολέα, η παγωνιά της αυγής
Διαπερνά τα κόκαλά σου με τον θρήνο της
Σολέα σολέα Μοντόγια *
*Από το http://parallhlografos.wordpress.com/2014/06/05/solea-montoya/
