1.
Έφτασε στο σταθμό -ένας απέραντος κήπος
τα βλέμματα συναντήθηκαν, δυό μέλισσες πέταξαν
μία μικρή αόρατη αστραπή.
χτυπήθηκαν, όπως τα λουλούδια απ’τις δυνατές βροχές
λέξεις μπλεγμένες σε δίχτυα προτύπων,
“πώς ήταν το ταξίδι;” ενώ φώναζε η καρδιά του
“έχεις τα πιο όμορφα μάτια, το ξέρεις;”, το κοτσάνι κόπηκε
2.
περπατούσαν μαζί και τα βήματα χάνονταν, δεν ήταν πια στον κήπο
δεν χρειαζόταν να πουν τίποτα
και πάλι μιλούσαν
και τα λόγια έφευγαν,
πουλιά σε πολύχρωμους ουρανούς ονείρων
3.
Τον ξεχώρισε γιατί ήταν μπουμπούκι
άφθαρτος, απαλός, χαμένος μες το πλήθος,
μυστική η ομορφιά που θα σου χάριζε
με μόλις μια σταγόνα νερό
γιατί τα ανθισμένα λουλούδια,
το ξέρεις,
δεν έχουν τίποτα να σου προσφέρουν,
το ξέρεις,
τα παίρνεις για να μαραθούν στα χέρια σου
– και αυτός ήθελε το μπουμπούκι.
4.
έχω μπουχτήσει απ’τα μαραμένα λουλούδια
δε βγαίνουν πια μπουμπούκια
χάθηκαν στους απέραντους κήπους
τα πάτησε ένα απρόσεκτο πόδι
δε βγαίνουν πια μπουμπούκια
ερήμωσαν οι κήποι
Αγάπη μου, μην ανθίσεις ακόμα, περίμενέ με
άφησε τα λόγια μου σαν καλοκαιρινό αεράκι να χαιδέψουν τα πέταλά σου
άσε τις σκέψεις μου σαν σταγόνες να μπουν στις ρίζες σου
όμως μην ανθίσεις ακόμα, περίμενέ με –
ήθελε να φωνάξει όταν πάλι έμπαινε στο σταθμό
– και θα μαραθούμε μαζί …
*Το ποίημα και η εικόνα της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από το Wirdicious στη διεύθυνση http://wirdicious.wordpress.com/2014/05/27/%CE%BC%CF%80%CE%BF%CF%85%CE%BC%CF%80%CE%BF%CF%8D%CE%BA%CE%B9/

🙂