Ω, ο μαύρος άγγελος που φάνηκε σιγά μέσα απ’ το δέ-
ντρο,
πράοι όταν μαζί, το βράδυ, παίζαμε
στο χείλος του γαλάζιου πηγαδιού.
Ήσυχο ήταν το βήμα μας και τα στρογγυλά μάτια μες
στη σκούρα παγωνιά του φθινοπώρου,
κι αχ η πορφυρή γλυκύτητα των άστρων.
Αυτός όμως κατέβηκε τα πέτρινα σκαλιά του Μένχ-
σμπεργκ:
γαλάζιο χαμόγελο στην όψη, παράξενα κουκουλωμέ-
νος
στα πιο ήσυχα παιδικά του χρόνια’ και πέθανε
κι απέμεινε η ασημένια όψη του φίλου στον κήπο
να κρυφακούει στη φυλλωσιά ή στο παλιό πέτρωμα.
Η ψυχή τραγούδησε το θάνατο, την πράσινη σήψη της
σάρκας,
κι ήταν το θρόισμα του δάσους,
κι ο φλογερός ο θρήνος του αγριμιού.
Διαρκώς ηχούσαν από μισοσκότεινους πύργους οι γα-
λάζιες καμπάνες του βραδινού.
Κι ήρθε η ώρα, όταν εκείνος είδε τους ίσκιους στον
πορφυρό ήλιο,
τους ίσκιους της σαπίλας στο γυμνό κλαδί’
βράδυ, όταν σε μισοσκότεινα τείχη τραγούδησε ο κό-
τσυφας,
γαλήνια στο δωμάτιο φάνηκε το πνεύμα του πρώιμα
νεκρού.
Ω το αίμα, που τρέχει απ’ το λαρύγγι εκείνου που α-
κούστηκε,
γαλάζιο λουλούδι’ ω το πύρινο
δάκρυ μες στη νύχτα.
Σύννεφο χρυσό και χρόνος. Συχνά στο έρημο δωμάτιο
προσκαλείς τον νεκρό,
βαδίζεις κάτω από φτελιές κι εμπιστευτικά συνο-
μιλείς κατεβαίνοντας τον πράσινο ποταμό.
*Από το “Το Όνειρο του Κακού, Ποιήματα (1913-1915)”, Εισαγωγή-Ματάφραση-Σχόλια: Μιχάλης Παπαντωνόπουλος, Εκδόσεις Ερατώ, 2005. Εμείς το πήραμε από το http://www.poiein.gr/archives/290/index.html
