Η στιγμή της φυγής ήταν ανεξέλεγκτη, ή καλύτερα, η αναμενόμενη αντίδραση προς τη θέα της φυγής, απρόβλεπτη. Πλήρης αδράνεια σπίλωσε κάθε ίνα του ψυχικού σώματος, έμεινα στο κρεβάτι ξαπλωμένη με το κενό που άφησε η στιγμή της απογείωσης, η στιγμή της απομάκρυνσης από την έρημό μου. Τα μάτια μου εξερευνούσαν ξανά τη γνώριμη όαση της βιβλιοθήκης, προσμένοντας μια λύτρωση που δεν ήρθε ποτέ ∙ η γραφή με απαρνήθηκε, όπως την απαρνήθηκα κι εγώ. Με την πάροδο αιώνιων δευτερολέπτων κατάντησε μια απρόσωπη σχέση εξ’ αποστάσεως που, λεπτό προς λεπτό, στοίχειωνε τα εναπομείναντα ψήγματα ζωτικότητας.
Μια ζωτικότητα ενδυμένη με τις στάχτες της σιωπής μου, συνόδευε -σε νοητό άξονα- το ταξίδι της νέας του περιπέτειας. Ξάφνου, με μια γρήγορη κίνηση, το βλέμμα μου έφυγε από το καταφύγιο και ακολούθησε μια πορεία προς τα ανοιχτά, στράφηκε προς το παράθυρο, αποζητώντας μια νέα φωλιά στο ήρεμο γαλάζιο. Προς βαθιά μου δυστυχία, ένα αεροπλάνο έσχιζε τον ουρανό με την πορεία του, αφήνοντας μια επιδερμική πληγή που σταδιακά επουλωνόταν ∙ μια λευκή αιθέρια γραμμή.
Ίσως να ήταν ένα πουλί που, έπειτα από την αναμονή και τη ρουτίνα, αφήνεται ελεύθερο να πετάξει και να φύγει όσο πιο μακριά μπορεί. Όσο η σχισμή προχωρούσε και συγχρόνως θεραπευόταν, τόσο πιο πολύ βυθιζόμουν στον εαυτό μου, στα μονότονά μου εσώψυχα, αδυνατώντας να κολυμπήσω, κινδυνεύοντας να πνιγώ από τη θλίψη των δακρύων μου. Καθώς αυτή μεγάλωνε, σπιλωνόμουν περισσότερο με τη νάρκη του εαυτού μου, κάθε φλόγα ζωής έσβηνε και συρρικνωνόταν προς τα μέσα, όλο και πιο κοντά στα τοιχώματά μου. Το δέρμα αφυδατωνόταν ώσπου αόρατες κλωστές αναισθησίας με τύλιξαν μεμιάς ∙ μετατράπηκα σε ένα ζωντανό βαμπίρ προσμένοντας το άγγιγμα του αρχαιολόγου, την αποκρυπτογράφηση, ώστε να επανέλθω και να αναπνεύσω ξανά.
…Πλέον, τα λεπτά κυλούν αντιστρόφως ανάλογα με τους δείκτες του ρολογιού, με αυτό το καταραμένο τικ τακ, υπενθυμίζοντάς μου τη ροή του χρόνου. Βιάζεται. Όχι, όμως, εγώ. Προσπαθώ να παγώσω το χρόνο έχοντας πλήρως την επίγνωση πως μια τέτοια μου επιθυμία είναι αδύνατη. Μα, δεν προσπαθώ καν να ζήσω. Περνώ την περατότητα της καθημερινότητας ξαπλωμένη στα αιώνια σεντόνια του πόνου, κοιτώντας απεγνωσμένα τον ουρανό, ανυπομονώντας μια μικρή χαραμάδα επιστροφής, μια μικρή «αιμορραγία».
Το κενό αβάσταχτο. Με οδηγεί στα μονοπάτια της μνήμης, μιας πικρής μνήμης, πονεμένης. Βαδίζω με σύντροφο τη μοναξιά μου, τα κύματά της με αλυσοδέρνουν σε κάθε μου βάδισμα, με μαστιγώνουν ένεκα της αδυναμίας μου να μιλήσω για ότι αγαπώ, με τιμωρούν. Πλέον, δεν ανυπομονώ την επιστροφή, δεν την περιμένω, δεν την ελπίζω, διότι, αν ο ουρανός ματώσει ξανά, θα τρυπηθώ περισσότερο και πιο βαθιά.
Πιθανόν η φυγή να ήταν αναπόφευκτη, όχι επιθυμητή, δε γνωρίζω αν ήταν. Προσπαθούσα να αρνηθώ το ανεπιθύμητο βαπτίζοντάς το επιθυμητό. Προσπαθώ να γεμίσω το απέραντο κενό με το ιχώρ που χύνεται από το καφετί τόξο των ματιών μου. Συλλογίζομαι περί αυτού του συναισθήματος ∙ δεν είναι πόθος, ίσως ούτε έμμονη ιδέα ∙ αν ήταν, θα είχε κουραστεί και θα είχε σβήσει. Μπορεί να είναι «αγάπη», δεν είμαι σίγουρη, δεν ξέρω πως αλλιώς να το βαπτίσω. Πιθανόν μια «αγάπη» δυστυχής, ασαφής, γερασμένη «αγάπη», «αγάπη» δίχως αναπνοή ∙ με πνίγει. Όπως ακριβώς με πνίγει το πισωγύρισμα, η επιστροφή. Τρελαίνομαι περισσότερο. Είναι εδώ, και μακριά, πολύ πιο μακριά από τότε που η φυγή ήταν ορατή.
Μέσα μου αναζωπυρώνουν και πάλι οι πόνοι της αμφισβήτησης, της ανασφάλειας, του πόνου. Πόσο θα ήθελα να κατεβάσω αυτούς τους διακόπτες, να πάψω να φοβάμαι γι’ αυτό που επέλεξα να είμαι. Μα δε φοβάμαι την απόρριψη, είναι κάτι ειλικρινές και δεδομένο. Φοβάμαι την απώλεια, την ολοκληρωτική φυγή, την τρομακτική θέα του κενού, τότε θα είναι βασανιστικά ορατή.
Κάπως έτσι και τώρα, προσπαθώ με το κενό να καλύψω ένα άλλο κενό, αυτό της συναισθηματικής ματαιότητάς μου, που με βοηθούσε, που και που, να πετάξω.
Νέττα
