Η μουσική ανάβει σκοτεινά δέντρα σε ξένες χώρες
σπαρμένα μεγαλωμένα
κι αφημένα στον ίσκιο τους.
Μ’ ένα καυτό σπαθί μέσα από φωτιά που καίει αγνοημένη στα απομεινάρια
κάποιου πολέμου κόβω τα σκοινιά του χαμηλοτάβανου ουρανού. Απομακρύνεται
σαν αερόστατο. Τα λόγια τρέχουν ξωπίσω του.
Στις πόλεις που έζησα δόθηκα
χωρίς ψιμύθια. Φιλούσα
κι έτρωγα το χιόνι τους
ακόμα κι όταν μαύριζε
από τις σειρές των ανθρώπων
που γύρευαν
το ένα φουντούκι ζωής.
Μ’ ακολουθούσαν το ζεστό σχήμα
ενός δέντρου
και τα ματογυάλια της γιαγιάς.
Εξέπεμπαν κοφτερό φως
όταν το σύμπαν ερήμωνε.
s
Στην ίδια θέση βρίσκομαι
συλλέγω αντικατοπτρισμούς
από το λειμώνα των νεκρών
κι από τη ζώσα γη.
*Το ποίημα αναδημοσιεύεται από το ιστολόγιο της ποιήτριας στη διεύθυνση http://hliodendron.blogspot.com
