Ιώδες τριζόνι/
αιχμάλωτο/
στη φυλακή των μπάλων/
κοιμήθηκε ανάσκελο/
ως να κοντέψει θάνατο/
μετά το πήρε ο χρόνος μαθητή/
και το καμε αηδόνι/
πίσω από την πλάτη μου τις νύχτες/
ψέλνει χερουβικούς/
καυτή η τρίλια του μου σιγοψήνει το σβέρκο/
κι η άνοιξη το ψέγει που ορφάνεψε/
δίχως φίλους/
να ‘χει να του ράψουνε/
του γονιού την τρύπα/
*Το ποίημα και η φωτογραφία της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από το http://loukopk.wordpress.com/2014/05/23/%CE%B9%CF%8E%CE%B4%CE%B5%CF%82-%CF%84%CF%81%CE%B9%CE%B6%CF%8C%CE%BD%CE%B9/
