Μ’ ένα προμήνυμα σεισμού στην όψη και στα δάχτυλα
πόσο άξαφνα χαθήκαμε μες στις γιορτές των λουλουδιών…
δεν μπορώ να υποφέρω τις γιορτές, που πνίγουν την ανάσα
δε θέλω αυτή τη βλάστηση, που τα βλαστάρια της
πνίγουνε το ένα τ’ άλλο,
δε θέλω αυτή τη βλάστηση,
τόσο πυκνή – και δεν μπορώ να βρω τα μάτια σου,
τόσο πυκνή – και δεν μπορώ να βρω τα χέρια σου.
Όλη η ζωή μας ρουφηγμένη απ’ τις δειλές ύπουλες ρίζες
για να παχαίνουν οι ατσαλένιες φυλλωσιές,
για να θροούν τα κύμβαλα στην άδεια οικουμένη.
Δεν τις αντέχω τις γιορτές που πνίγουν τις ανάσες,
γιορτές, και γύρω φυλακές,
χαμόγελα, που οι φυλακές βαθαίνουν πίσω τους…
Μ’ ένα προμήνυμα σεισμού στην όψη και στα δάχτυλα, ελάτε,
πάμε να λύσουμε τις αποστασίες των εξοχών,
πάμε να λύσουμε πολιορκίες ομίχλης!
Θα ελευθερώσουμε ανάσες λουλουδιών,
θα παραβγούμε τα όνειρα/ θα ζαλίσουμε ιλίγγους!
Γιατί δεν είναι άνοιξη η άνοιξη, που εξορίζει τα λουλούδια της,
δεν είναι μάνα η μάνα, που προγράφει τα παιδιά της,
δεν είναι θάλασσα η θάλασσα, που αρνιέται και δολοφονεί
τις ανταρσίες των κυμάτων της,
γιατί δεν είναι ζωή η ζωή, που μας χωρίζει και μας λέει
άλλους παιδιά κι άλλους αποπαίδια της.
*Από τη συλλογή “Ψυχοστασία”, εκδ. Ύψιλον/βιβλία.
