Άνοιξη μουντή,
σα να μην έχει έλθει
κι εσύ πού είσαι;
XII
Δεν άναψες φως
στη σκοτεινή κάμαρη.
Μέσα σου ψάχνεις.
XΙΙΙ
Σουρούπωσε πια
κι εσύ του γκιώνη ακούς
το παράπονο.
XIV
Σε βρήκα, είπε,
Μη έχοντας προσέξει:
Διάβαζα στίχους.
XV
Σε χείλη γκρεμού
περπατώ. Πόσες φωνές
φτάνουν στ΄ αυτιά μου!
