Franz Kafka, Οι λέξεις της πληγής

10245387_706407199422009_3218546022235645325_n

Μετάφραση: Νίκος Βουτυρόπουλος

Τα ποιήματα του Φραντς Κάφκα, που παρουσιάζονται εδώ, προέρχονται από την επιστολογραφία και τις ημερολογιακές σημειώσεις του Φραντς Κάφκα. Η κατανομή του υλικού έγινε σε δυο άξονες: χρονολογικά και ειδολογικά, δηλαδή με βάση την ημερομηνία συγγραφής και την πηγή προέλευσης. Με τον όρο επιστολογραφία δεν εννοούνται αυστηρά και μόνο τα γράμματά του, αλλά περιλαμβάνονται ακόμη: γράμματα που δεν έστειλε – όπως την Επιστολή προς τον πατέρα – καρτ ποστάλ, αφιερώσεις σε βιβλία, τηλεγραφήματα κ.ά. Οσον αφορά τα ημερολόγια, από το 1917 και μετά, όταν η υγεία του χειροτερεύει, έχει διαπιστωθεί μια αλλαγή στο περιεχόμενο των σημειώσεών του. Από τη μια γίνεται πιο κρυπτικός και μετριάζει το ατέρμονο παράπονό του, γράφοντας αφορισμούς και φιλοσοφώντας, από την άλλη τα «σκόρπια κείμενα» εκείνης της περιόδου τα βρίσκουμε όχι μόνο σε σχολικά τετράδια, αλλά σε άδετα φύλλα, σε μπλοκ και σε όποια άλλη χαρτική ύλη έβρισκε πρόχειρη.

Η αλληλογραφία του Κάφκα περιλαμβάνει γύρω στις 1.500 επιστολές, οι περισσότερες ήδη γνωστές εξαιτίας της φροντίδας του Μαξ Μπροντ να συγκεντρώσει κάθε γραπτό κατάλοιπο του φίλου του. Η πρώτη έκδοση των επιστολών του έγινε το 1937, στον τόμο TagebücherundBriefe, ενώ μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο ακολούθησαν εκδόσεις και άλλων, οι οποίες βρίθουν από ποιητικές συλλήψεις, κάτι που διαπιστώνεται αντίστοιχα και στα ημερολόγιά του. Αυτό ακριβώς συνιστά και τη μέγιστη δυσκολία στην παρούσα μεταφραστική προσπάθεια […] Οπως τα διηγήματα και τα μυθιστορήματά του, αντίστοιχα και τα ποιήματά του παραμένουν ανοιχτά και ανεξιχνίαστα, προκαλώντας μια ακραία αίσθηση αποξένωσης που συνορεύει με τον τρόμο.

Αυτό το αίσθημα της απόγνωσης μπροστά στο αναπότρεπτο και στη μάταιη αναζήτηση σταθερών αξιών για την ανθρώπινη ύπαρξη, εκλογικεύεται δραματικά σε ένα από τα τελευταία του ποιήματα, στα τέλη του 1920.

…πεθαίνω σ’ ένα μικρό φυλάκειο
στην άκρη του δρόμου
σ’ ένα παντοτινά όρθιο φέρετρο
σ’ ένα δημόσιο κτήμα
τη ζωή μου ξόδεψα προσπαθώντας
να συγκρατηθώ να μην το κομματιάσω.
Για να συνεχίσει με τον ίδιο εξομολογητικό τόνο:
Τη ζωή μου ξόδεψα πολεμώντας τον πόθο μου
να την τελειώσω.

Η εσώτερη απαίτηση του Κάφκα για τελειότητα στη γραφή μπορεί να μην εκπληρώθηκε ποτέ, όμως χωρίς αυτή είναι πολύ αμφίβολο αν είχε καταφέρει να αφηγηθεί τις αριστουργηματικές ιστορίες του. Η αγωνία αυτή που διατρέχει τις επιστολές και τα ημερολόγια, μεταβάλλεται στην υπαρξιακή αγωνία, μέσα στην οποία ζουν οι ήρωες του, μέσα σε ένα εφιαλτικό περιβάλλον, γεμάτο φόβους και απειλές, με καρικατούρες ανθρώπων να περιφέρονται, άλλοτε ψιθυρίζοντας και άλλοτε κραυγάζοντας ακατάληπτα λόγια. Το ταξίδι του καφκικού λόγου δεν έχει τελειώσει ακόμη…

[Προδημοσίευση αποσπάσματος από την εισαγωγή του μεταφραστή στην επικείμενη έκδοση Η πληγή και η λέξη, Εκδόσεις Σαιξπηρικόν 2012]

nikosvout@yahoo.gr

ΠΑΡΑΠΟΜΠΗ: http://www.kafka-online.info

19 Ιουνίου 1916

Οργή Θεού ενάντια στο ανθρώπινο γένος
τα δυο δέντρα
η ανεξήγητη απαγόρευση
η τιμωρία όλων (φιδιού γυναίκας άντρα)
η εύνοια για τον Κάιν
που τον εξοργίζει με τον λόγο του
οι άνθρωποι αρνούνται πια να τιμωρηθούν
από το πνεύμα μου

13 Ιουλίου 1916

Ανοιξε πύλη άνθρωπε βγες
έξω
Τον αέρα ανάσανε και τη σιωπή

14 Ιουλίου 1916

Στο θολωμένο μυαλό χτυπά ένα ρολόι
Ακου το καθώς μπαίνεις στο σπίτι

Αύγουστος-Σεπτέμβριος 1917

Τίποτα δε με κρατά.
Πόρτες και παράθυρα ανοιχτά
Δρόμοι μακρινοί και άδειοι Ο,τι αγγίζω, καταστρέφεται Η χρονιά της θλίψης πέρασε
Ξαπόστασαν τα φτερά των πουλιών.
Τις κρύες νύχτες ξεγυμνώθηκε το φεγγάρι
Η μυγδαλιά και η ελιά ωρίμασαν κιόλας

Ιανουάριος 1918-Μάιος 1918

Αχ τι μας περιμένει εδώ
Κρεβάτι και στρώμα κάτω απ’ τα δέντρα
Πράσινη σκοτεινιά, στεγνή φυλλωσιά
λίγος ήλιος, υγρή μυρωδιά
Αχ τι μας περιμένει εδώ Που μας οδηγεί ο πόθος
Τι πετυχαίνουμε; τι χάνουμε;
Καταπίνουμε άσκοπα τη στάχτη
και τον πατέρα μας πνίγουμε

Που μας οδηγεί ο πόθος
Μακριά απ’ το σπίτι
Ο,τι σου ‘μοιαζε να περιμένει, βούιζε
στου δέντρου την κορφή
και μίλησε ο κύριος του κήπου
Στα ρουνικά του σύμβολα ζητώ
της αλλαγής το δράμα να ερευνήσω
την πληγή και τη λέξη

Αύγουστος ώς τέλη του 1920

Όρθια τ’ απομεινάρια,
τα λυμένα απ’ τη χαρά μέλη,
τα χαλαρά γόνατα,
στο φεγγαρόφωτο κάτω απ’ το μπαλκόνι.
Στο βάθος φύλλα λιγοστά,
σκουρόχρωμα σα μαλλιά. Λαχτάρα μου ήταν τ’ αρχαία χρόνια
λαχτάρα μου ήταν το παρόν
λαχτάρα μου ήταν το μέλλον
και μ’ όλα αυτά πεθαίνω σ’ ένα μικρό φυλάκειο
στην άκρη του δρόμου
σ’ ένα παντοτινά όρθιο φέρετρο
σ’ ένα δημόσιο κτήμα
τη ζωή μου ξόδεψα προσπαθώντας
να συγκρατηθώ να μην το κομματιάσω.
Τη ζωή μου ξόδεψα πολεμώντας τον πόθο μου
να την τελειώσω.

*Παρμένο από το http://poema.gr/poem.php?id=389

Leave a comment