Οι ποιητές για την Εργατική Πρωτομαγιά

images-1


Άρης Αλεξάνδρου, Πρωτομαγιά

Στα τζάμια σου μπουμπουκιάζει η χτεσινή βροχή
τώρα που η παραλία ανάβει τα φανάρια της.
Ένα καΐκι στάθηκε καταμεσής στο πέλαγο. Γαλήνη.
Περίμενε δω με το βλέμμα στις σταγόνες
(δυο ανθισμένες γαλάζιες σταγόνες τα μάτια σου).
Περίμενε. Θα ξημερώσει.
Θέλω να σε ξέρω στο παράθυρο
αγναντεύοντας κατά τον τόπο της χαραυγής
νοσταλγώντας το περσινό καλοκαίρι.
(Τα νερά ν” ανασαίνουν ζεστασιά
το γυμνό σώμα της ημέρας πλαγιάζει μες στα στάχυα
κι ανάμεσα απ” τα δάχτυλα κρυφοκοιτάει μια παπαρούνα.)
Θέλω να σου χαρίσω ένα τόσο δα ουράνιο τόξο
τώρα στα γενέθλια της δεκαοχτάχρονης αυγής,
ένα λουλουδένιο δαχτυλίδι
μια υπόσχεση ελπίδας.

images

Παναγιώτης Α. Μπούρδαλας, Λιτανεία στην Πρωτομαγιά

Ιδού ο μισθός των εργατών,
ο αποστερημένος,
κράζει.
Και η βουή της προσευχής
περνά τα σύννεφα
της ακηδίας μας.

*

Πρωτομαγιά στο Σικάγο,
πάνε χρόνια,
αίμα.
Με ευχές στους βράχους
Καταϊδρωμένοι
γονατιστοί Του.

*

Παρελάσεις απέμειναν
οι πορείες μας,
πονώ.
Αλλά πολλοί ματωμένοι
στις μάχες
μας ικετεύουν.
*
Λιτανείες με προσευχές
οι αγώνες μας,
χαμός.
Δίκτυα συλλογικοτήτων
απανταχού
δεν αναμένουν;

Γιάννης Βαρβέρης, Πρωτομαγιά

Νωθρά δικαιώματα
κόκκινα ωράρια δροσερά
και λάγνα συνδικάτα.
Τ” αφεντικά τις απεργίες αμείβουνε
με υπερωρίες
εμείς κεφάτα τις δουλεύουμε
αυτές γεννούν ωάρια νέα
νέα κεφάτα ωράρια εκχωρούμε
μαζί και τους νόμιμους τόκους τους
με υπεραξίες
δωροδοκώντας το έλεος ζούμε.

Τάσος Λειβαδίτης, Μοιρολόι για ένα νεκρό

Φεγγάρι, ερημοφέγγαρο/ κριθάρινο φεγγάρι των φτωχών
αγέρα, πικραγέρα/ πολύλαλε αγέρα των μουγγών
σ’ ένα σταυροδρόμι απόψε/ μήνα Μάη
σταυρώσανε το νιο,/ μήνα Μάη
σταυρώσαν το ροδόσταμο και το λεμονανθό –
ροδιά, δος του το αίμα σου
δος του το φέγγος σου, στερνό του ηλιοβασίλεμα,
μήνα Μάη, σταυρώσαν τον αυγερινό
αχ, το πρωί ήταν ήλιος και δροσιά
το μεσημέρι λάμψη κι όνειρα
το βράδυ ήρθε πικρό κι ολόμαυρο,
σ’ ένα σταυροδρόμι απόψε
μήνα Μάη/ σταυρώσανε το Μάη
ύστερα πλύναν τα μαχαίρια και σκοτώσαν το νερό,
ύστερα κάναν να κοιτάξουν και σκοτώσανε το δειλινό
αστροφεγγιά/ χρυσάφι στο ταγάρι των τυφλών
α, σκύλα αστροφεγγιά, όπυ τους έφεγγες,
σ’ ένα σταυροδρόμι απόψε/ μήνα Μάη
Μεγάλη Παρασκευή των φτωχών
κι ολόρθες οι γυναίκες στα κατώφλια
με τα μεγάλα μάτια τους τον σαβανώνουν,
τα δεντρολίβανα σκύβουν και τον μυρώνουν,
οι άντρες πέρα μες στα καπηλιά
μ’ ένα πικρό τραγούδι τον κατευοδώνουν
τα χελιδόνια έρχονται και τον ανασηκώνουν,
αχ, το πρωί ήταν άνοιξη
το βράδυ μαύρη συννεφιά
το βράδυ ήρθε με δώδεκα καρφιά
το βράδυ γαύγιζε με δώδεκα σκυλιά
το βράδυ σώπαινε μ’ όλα του τα καμπαναριά
σύγνεφο, πικροσύγνεφο/ γιατί δεν έμπαινες μπροστά
κι από την κοντινή την εκκλησιά
γιατί δεν έσκουζες παρθένα Παναγιά,
α, κάτω απ’ τον άδειο ουρανό,
σ’ ένα σταυροδρόμι απόψε/ μήνα Μάη
μήνα Μάη/ σταυρώσανε το νιο.

Γιάννης Ποταμιάνος, Η Πρωτομαγιά

Βγήκες αιμοστάλακτη
στην όψη
με υψωμένη τη γροθιά
ανεμίζοντας αυταπάρνηση
στο φως του Μάη
Στεφανωμένη λουλουδιασμένα
όνειρα
κι αστείρευτη αγάπη για ζωή
Να μυρίζει ο ιδρώτας σου
έρωτα
και η δουλειά σου ελπίδα Κι όμως σε θέρισαν οι ριπές
σαν στάχυ
τα κόκκινα τριαντάφυλλα
έγιναν παράσημα στα στήθη σου
επίμονα να αιμορραγούν
της λεβεντιάς το νάμα
Αχ Πρωτομαγιά άδολη παρθένα
εμπνέεις και εμπνέεσαι
απ’ τις κεραύνιες ομοβροντίες
της ανοιξιάτικης βροχής
και περιφρονώντας το χαλάζι
βλέπεις μόνο καλοκαίρι
Αχ εργατική Πρωτομαγιά, θυσία
σε κάδρο κρεμασμένη
Οι εικόνες των μαρτύρων σου μας οδηγούν

Α.Κ., Πρωτομαγιά

Στους δρόμους με τις πλαστικές σημαίες
ενδοσκόπηση.
Τ’ αγάλματα της πόλης
σαν να ξεχύνονται στις διαδηλώσεις.
Πιάνεται η καρδιά μου κάθε Πρωτομαγιά
Μεγάλη Παρασκευή
αποκαθήλωση…
Ως η ζωή εν τάφω…
Τόσος καημός
Τόσες ήττες
Τόσο αίμα…
Μα το κόκκινο πέταλο της παπαρούνας
σαν κάνω πουκάμισο
θα είμαι του κόσμου της καταφρόνιας
όχι το σύμβολο μιας χαμένης άνοιξης
μα ένα τραγούδι σαν μυρωδιά του κάρβουνου
να βάψω όλα τα όνειρα…
Κι έτσι αγνός μέσα στα κουρέλια μιας ύπαρξης
να αναδυθώ σαν πρωινή δροσιά
σαν το άρωμα γαρίφαλου…
Πάλι προστάζω όραμα…

image0013

Leave a comment