μου
είπες:
πίνω το αίμα σου
στον κόσμο της σιωπής μου
και το δράμα,
του σκοτεινού μονοπατιού,
γέμισε
την πτώση σου,
τα δάκρυα άκουγα,
να γραπώνουν με τα νύχια της απελπισίας,
τη φοβισμένη
νύχτα σου,
κι έπεφτες,
κομμάτια της σάρκας σου,
στην πεινασμένη
γλώσσα
του αχθοφόρου χρόνου,
κρύες
οι μηχανές του εκκρεμούς,
σε κυρτές πέτρες,
τα σκουριασμένα άνθη
σκέπαζαν,
μ’ εμπύρετους όρκους,
πρόλαβες
και φώναξες
απ’ τον κρατήρα του σκοταδιού,
έστειλες,
αιώνες φεγγαριών
να φωτίσουν,
του αίματος τις τελευταίες σου σταγόνες,
και ο άδης,
του αδιάκοπου ύπνου,
διαμέλισε
τ’ αστεφάνωτα φτερά σου,
στους τόνους
των αγγέλων
κι εγώ,
βρισκόμουν,
στο μαύρο του πνιγμένου φεγγαριού,
στην πάλη
με τα οπλισμένα αγρίμια,
στο φλογισμένο ξάστερο
των διαττόντων μαχαιριών,
με εχθρούς,
στα χλωμά νερά ριζωμένων κραυγών,
την ηχώ να στέλνουν
της χαμένης μας μοίρας
και να προσπαθώ,
με λάσπη τα χέρια μου να φτιάξω,
να συρθώ,
στα παραμύθια ηρωικών παθών,
στην άκρη να φθάσω,
του άβατου
γκρεμού σου
© ΑlexMil 23-4-2014
Εδώ ο ποιητής απαγγέλει το ποίημα: http://cl.ly/3E2O1c1S3F3c
