Σύμβολα, σπάνια κεντήματα,
ζωγραφίζει η κυματιστή πρασιά.
Η γαλάζια ανάσα του Θεού φυσά
στου κήπου τη σάλα·
χαρωπή ανάσα.
Σταυρός υψώνεται στ’ αγριοκλήματα.
Άκου στο χωριό: γιορτή·
στον τοίχο ο κηπουρός θερίζει,
σιγά το Όργανο [#] βουίζει,
ήχο αναμιγνύοντας και λάμψη,
ήχο, χρυσή λάμψη.
Η αγάπη Άρτον και Οίνον ευλογεί.
Και κορίτσια μπαίνουν μέσα· και λαλεί
ο πετεινός στο τελευταίο. Αργά
ένα σάπιο κάγκελο περνά·
και σε ρόδινο στεφάνι, σε γραμμές,
και σε ρόδινες γραμμές,
αναπαύεται η Μαρία εξαίσια, λευκή.
Στην πέτρα ο ζητιάνος την παλιά
φαίνεται στην προσευχή νεκρός,
ήρεμος απ’ τον λόφο κατεβαίνει ο βοσκός
κι ένας άγγελος στο άλσος,
άγγελος κοντά στο άλσος,
τραγουδάει να κοιμίσει τα παιδιά.
#Το εκκλησιαστικό όργανο που χρησιμοποιεί η Δυτική Εκκλησία.
*Από τα “Ποιήματα” (“Gedichte”), 1913. Μετάφραση: Μιχάλης Παπαντωνόπουλος
**Από το http://mixalispapantonopoulos.blogspot.com.au/2008/10/gedichte-1913.html
