είναι
το δέρμα σου φορεμένο,
γεμάτο
τραύματα,
ξαπλωμένος
στο χειρουργικό κρεβάτι
της ζωής,
αποζητάς τρέμοντας,
μόνο παντούφλες
και ανάσκελες γεύσεις,
εξασφαλίζεις
πίστη,
με ιδρωμένα μάτια
και πηδάς στο φεγγάρι,
για να κερδίσεις το θάνατο του ήρωα:
όπου σε παίρνει,
πεσμένα
οπίσθια,
ανταγωνίζονται
τα βυζιά της φτώχιας σου
και με βαζελίνη,
στις βιδωμένες σου ανάγκες,
μιλάς
για τα γαμήσια,
με κομπασμό συνοικιακού οπαδού,
ποιείς
ενίοτε,
τις ξεβρακωμένες σου
ιδέες,
αγοράζοντας πάθη στα πατάρια,
κρυφοκοιτώντας
τα σπυριά,
της καθωσπρέπει
πορνογραφίας:
αίμα
σε χύμα
αρώματα,
και όρθιες καύλες,
κρύβουν τα δανεισμένα σου χείλια
και στο
αρχαιοελληνικό σου στόμα,
μπουκώνεις
ύμνους,
για σπέρμα αθάνατο
και ξύνεσαι,
στους στύλους της πίστης σου,
γλύφεις
τους καθρέπτες
των πρωινών σου αφεντικών
και νταραβερίζεσαι
με την ώριμη φίλη σου,
που απαιτεί
χειρονομίες χνουδάτες
στο τραπέζι του μυρωδάτου
αιδοίου της,
ένας άξεστος,
στα δημόσια κρεοπωλεία,
χωρίς κάβο
και ρυμουλκό,
που αγναντεύει
τις μυρωδιές της tv
και τις τιμές των πιστολέρο της μπακαλικής,
με κάρτες,
στειρωμένης πείνας
και καλοξυρισμένα δόντια,
που δαγκώνουν
ορμόνες ψηφιακές
στα κοινωνικά πανέρια,
εκδίδοντας
ωοθήκες
και στραμπουλιγμένα κρέατα,
μια τέχνη,
σε τόνους ψευδών
και εμφυτευμένων φαλλών,
γονυπετούντων
αρσενικών και θηλυκών,
που ζητιανεύουν
με σιαμαίες γλώσσες
σε αλγόριθμους εξουσίας,
στους κάδους ανακύκλωσης:
καθωσπρέπει
άδειες εξόδου,
η κάθε μέρα,
σε μια στραβοπατημένη ευχή,
μπλουζ
από τα οπωροπωλεία
των ονείρων:
αγγούρια
σε θήκες κινητών
και στριφογυρίζω το ζώο,
στο φως του πρωινού,
αποζητώντας αργίες στο wc
και πίνοντας
καφέ
χωρίς απόδειξη,
με τα χασκοχαμόγελα
αγκυροβολημένων ψαχνών,
σε βιδωτές καρέκλες
υποψηφίων:
θανατωμένων
με εγκυκλίους μείωσης αναπνοών,
εσείς,
στα σάλια της στέρησης,
με προσευχές σε φωτοτυπίες έγχρωμες,
να καρφώνετε
την υποταγή σας,
με βρισιές στους βασανισμένους
της γης
και να διδάσκετε,
νομιμοφροσύνη,
για να κερδίζετε στίχους,
στη λοταρία με τα ματωμένα δάκρυα,
στην τετράποδη
οικολογία,
μπηγμένη στα σκέλια
των δικαιολογιών σας,
εγώ
φυσικά,
με βαμμένα δάχτυλα,
χωμένα στις τρύπες του μυαλού,
να πηδιέμαι
σε σαντιγί γλύκες,
από σκουληκιασμένες λέξεις,
στους ήχους
δημόσιων
αποχετεύσεων
και κοιτώντας τον ουρανό,
να γλύφω
τις ξεραμένες μου
φαντασιώσεις:
αρχίζοντας
το μέτρημα,
τους πυροβολισμούς των ντραμς,
ένας τρωτός οργανισμός,
μετανάστης,
στη λάμπα φθορισμού,
τα λάθη μου μονολογώντας,
το θάνατό μου
σκεπάζοντας,
στις μαύρες πέτρες των λευκών ημερών,
και περνώντας
και ξαναπερνώντας,
από τα λημέρια,
με την μελανί
κορδέλα
αμπαλαρισμένα
AlexMil 20/4/2014
