τα μάτια αγαπούν
να κεντούν περασμένες βροχές
κάποτε ήρθαν
και μέτρησαν την αυλή
οι ραβδώσεις ήταν συχνές στα φύλλα
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
Μου ζήτησες να περιγράψω το σπίτι μου
το ταγγισμένο λίπος
απ’τις γειτονικές αυλές
και τη μικρή υστερία
Γυναίκες με νυχτικά μέσα στο μεσημέρι
καταναγκασμένες σιωπές
κι ακόμα πιο καταναγκασμένες ομιλίες
Κρατιέμαι συχνά εκεί
ενσώματος
διευθετημένος
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
Οι τοίχοι στο σπίτι φούσκωσαν
Αποφασίσαμε να μιμηθούμε φωνές
Πολλές φορές η προσμονή υπάρχει
χωρίς ελπίδα
συνήθεια
Κλείσαμε τα μάτια και είδαμε ένα βουνό
απολίθωμα
στίξη
Οι μοναχικοί άνθρωποι γνωρίζονται στον περίπατο
Περπατούν με τα χέρια στις τσέπες
πάλλονται και θάλλουν στις ίδιες απομιμήσεις
και στα ηλεκτροφόρα σύρματα
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
Όλα τα κέρινα χέρια πέρασαν
Το παιδί στην πλατεία
αγαπά μια φράση
Την κυκλώνει
Την ώρα που καίγονται
οι άλλες γραμμές
ίσκιοι φωτίζουν ένρινα
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
Ακούω τον ήχο
στις όχθες τα σχήματα
λεπταίνουν
πρόσωπα
Ένοικοι στα νερά
τα μάτια τους φόβος
* Το ποίημα πρωτοδημοσιεύτηκε στο “Παράθυρο”. Εμείς το πήραμε από το http://lerestnadine.wordpress.com/2013/05/
