Τρεις ποιητές δημοσιεύουν στο Vakxikon.gr

Φωτογραφία: Θ. Ζαμπάκα  

Φωτογραφία: Θ. Ζαμπάκα
 

Ιωάννης Βεϊσάκης, 


Υπόδημα




Τα μάτια του δεν έβλεπα

αν είναι φλογισμένα ή σκοτεινά

σκυφτός ως ήταν

δέρματα έκανε χρησμούς…

Δεν έμελλε χρυσόμαλλο να είναι το δικό μου

μα ούτε και για πέδιλο

άραγε άλλο τι να υποδηλώνει;

«όχι πέραν του υποδήματος» απάντησε κοφτά.

τα μάτια του δεν είδα, μονάχα το καρφί.




Ο Ιωάννης Βεϊσάκης ζει κι εργάζεται στο Ηράκλειο Κρήτης.




Πηνελόπη Γιαλελή


, Το ευτυχισμένο τέλος




Και ζήσαν’ αυτοί καλά. 

Αγκαλιά με τσίγκινα τρόπαια,

χαμογελαστοί μέχρι το τέλος της φύσης.

Παγωμένοι σαν φωτογραφία

λαμπεροί σαν καλοσμιλεμένα αγάλματα 

που ένας τεχνίτης που αγαπούσε την πέτρα,

κάποτε, πάνω στην τρέλα έφτιαξε.

Λοξά κοιτούν ο ένας τον άλλον

με τις κόρες τους ακίνητες 
σαν δυο καρφιά που περιμένουνε το κάδρο.

Κι είναι ευτυχισμένοι.
Το στήθος τους χτυπά…

Είναι ρολόι και μετρά.

Λίγο νιώθει και πολύ τον εαυτό του αγαπά.

Και προοδεύουν.

Ανεβαίνουν διαρκώς αργά τα σκαλιά 

κοιτώντας λοξά μην τους περάσουν.

Μα εμείς μάθαμε να τρέχουμε.

Οι τοίχοι δεν κρατούν τ’ αγρίμια.

Μας χτυπά η βροχή

αλλά θα κοιτάμε μετά κατάματα τον ήλιο.

Ας τυφλωθούμε. 

Πάντα με την ψυχή μας βλέπαμε άλλωστε.

Όποτε κάποιος περπατάει σιμά

είναι η ζέστη του κορμιού

κι οι πεταλούδες μέσα μας που τον κοιτάνε.

Κατευθείαν στο «εγώ» του που λαχταρά

αυτό το «εμείς» που μας ανήκει.

Σπάνε οι γύψοι κι η ελευθερία τραγουδά 

εκεί που προηγουμένως η ζήλια τους ξεψύχησε.

Είμαστε πλάσματα της μέρας. 

Πάντα θα τους λυπόμαστε

και πάντα θα τους συγχωρούμε.

Γιατί γι’ αυτό ζούμε

κι εμείς καλύτερα.




Η Πηνελόπη Γιαλελή ζει κι εργάζεται στην Αθήνα.




Ελένη Γιαννακάρη, 


Το χρονικό μιας βροχής 




Είπες απόψε θα βρέξει

Κι έφυγες
Χωρίς αδιάβροχο

Μόνο με το πουκάμισο ανοικτό

Σε ένα φως ανέσπερο

Δικό σου

Φυσάει κι από μακριά

Ακούγεται το σφύριγμα του τρένου

Έφυγες

Πρώτη σταγόνα στρέφει στο περβάζι



Σκεπάσου με το χνώτο

Της ώριμης σελήνης

Φεγγριστός να βγεις και ζεστός

Στα παράθυρα της πόλης

Που απόψε ο βοριάς συνέτριψε

Να ανατινάξεις το πυροτέχνημα και πάλι

Θα σε βρω

Αστράφτει κάπου στο βάθος της στιγμής



Μην αργήσεις

Μήνυμα στείλε

Πρόβαλε ο καβαλάρης στην αυλή

Κι έχει σβηστά

Τα πράσινα μάτια

Τη κόμη ματωμένη

Κι αδύναμα στα χέρια του κρατά

Τα γκέμια που στον γκρεμό

Παραδόθηκαν – διατομή θανάτου

Θα κρυώσεις

Έπιασε μπόρα ριγούν τα ρείθρα άστεγα



Πάρε το πρώτο τραμ

Αχάραγα να γυρίσεις

Θα έχω νερό ζεστό

Για να πλυθείς

Κυκλάμινα στο ανθογυάλι

Τα ρόδινα μου πέλματα

Να τα διπλοφιλήσεις

Αχάραγα να γυρίσεις

Μου δόθηκε μια ώρα ακόμα

Πριν κινήσω τον μοχλό

Κι αμπαρωθώ στο γκρίζο

Σε περιμένω

Πλημμύρα παντού κλείνω τα στόρια με δέρμα τα σφαλνώ



Ήρθες
Ακροάστηκα το σφυγμό σου

Πάνω στον τοίχο

Ήρθες στην ώρα σου

Φλογίστηκαν οι μεταξένιες παρειές

Της σπασμένης μου βεντάλιας

Η βαλίτσα σφαλιστή

Στο κατώφλι

Το πουκάμισο ανοιχτό

Τα κουμπιά στα χέρια

Κροταλίζουν ρυθμικά

Στέκω στα νύχια

Σαν χτυπάς το κουδούνι

Δεν θα ανοίξω
Διπλό ουράνιο τόξο κι η οθόνη σβηστή




Η Ελένη Γιαννακάρη ζει κι εργάζεται στην Αθήνα.




*Αναδημοσίευση από το Βακχικόν http://www.vakxikon.gr

Leave a comment