απερίσκεπτα όπως πετάς
ένα αναμμένο τσιγάρο
μες σ΄ένα πευκοδάσος
έτσι σπείραμε
απρόσωπα ποιήματα
στον γυμνό ουρανό
και θερίσαμε κεραυνούς
και γαυμοσταυρίδια
αρχίσαμε να μιλάμε άξαφνα
άγνωστες ξένες γλώσσες
αναμεταξύ μας
και έγινε όλος ο κόσμος
ένας ατέλειωτος πύργος της βαβέλ
που τον πήρε και τον σήκωσε
ο άνεμος σαν
σημαδεμένο τραπουλόχαρτο
μετακινώ κάθε τόσο
λίγο το περσικό χαλί της μάνας μου
λίγο το φτηνό ξύλινο τραπέζι
αλλάζω θέση στις καρέκλες
και προσδοκώ να διασκεδάσω
την φανερή αδυναμία μου
να χειριστώ σωστά
τα φωνήεντα και τα σύμφωνα
της γλώσσας που κληρονόμησα