(από τον πρόλογο κριτικού βιβλίου ποίηση)
I
Οι Baby-boomers, η κατάρρευση και η ποίηση μας.
Απ’ τον Γκανά και τον Σιώτη στον Βλαβιανό και τον Παστάκα.
Μια συνοπτική αποτίμηση.
`
Αμήχανος ο Σιώτης (γ. 1944) όπως το σύνολο της γενιάς του (οι αποκαλούμενοι baby boomers) απέναντι στην κρίση και τη διαχείριση της, αφού πρώτα προσέλαβαν την «παράδοση» ως «κραυγαλέα κακογουστιά προς πώληση στα καταστήματα των αεροδρομίων», την μεταμόρφωσαν και την αδρανοποίησαν από την ιστορική και την κοινωνική της λειτουργία, ώστε να την παραδώσουν απονευρωμένη προς χρήση σε μια μάζα που ενώ φέρει την κυρίαρχη ευθύνη είναι αυτή που πρώτα κατηγορεί και δακτυλοδείχνει.
Υποθέτοντας λανθασμένα πως δεν υπήρχε κάτι στο οποίο να αντισταθούν οδήγησαν σε μια «υπο-πολιτική», δηλαδή αφαίρεσαν από το κοινωνικό σώμα και κατ’ επέκταση από την ποίηση την πολιτική της πρόθεση και λειτουργία. Επιπρόσθετα αφελέστατα και λανθασμένα στην καθυστερημένη αστικοποίηση τους, ως γενιά πίστεψαν στην ξεπερασμένη και στην πραγματικότητα ολότελα διαψευσμένη ιδέα της ιστορικής προόδου εμπιστευόμενοι την δυναμική των πραγμάτων στον «αυτόματο πιλότο», ενδεικτικά στην ελεύθερη χρηματιστηριακή πρωτίστως κίνηση των κεφαλαίων διεθνώς, αλλά και στην κομματικοποίηση του βίου εντός της χώρας, υποθέτοντας πως ήρθε η σειρά τους για το μεγάλο και ανέξοδο φαγοπότι.
Αντί να δουν και να περιγράψουν, μεταποιημένο σε ποίηση στην περίπτωση που μας απασχολεί, το ατέλειωτο σημειωτόν που κάνανε στην κινούμενη άμμο, επιλέξανε είτε στην καλύτερη των περιπτώσεων (του Γκανά) να στραφούν σε έναν νέο μετα-λορκικό (μετα-γκατσικό στην επικράτεια μας) εκμοντερνισμένο δημοτικό λόγο προς την ιδιωτική του πλέον έκφανση, είτε στην περίπτωση του Σιώτη σε ένα χλευαστικό επιφανειακά μυστηριακό προσωπο-κεντρικό ποιητικό λόγο που καλλιεργεί το μυστήριο για χάρη του μυστηρίου, παραιτούμενο από οποιαδήποτε ουσιαστική στόχευση πέρα από μια εύκολη κριτική τού άλλου και το στένεμα της παράδοσης στους εύπλαστους και εγωκεντρικούς, αν όχι αυτιστικούς, ορίζοντες τους, που υπηρετούν πρωτίστως τελικά το εκάστοτε μεταβαλλόμενο και ρευστό πρόσωπό τους. `
Στολισμένοι επιπρόσθετα −συνομιλώντας με ευκολία με τον Σεφέρη− με την ανάγκη να ξεχωρίσουν (εδώ ας υπογραμμίσουμε πέρα από τον Σιώτη και τον «πατριάρχη» Χάρη Βλαβιανό) και κοπιάζοντας να αφήσουν πίσω τους μια φήμη, τη μεγαλύτερη δυνατή, υποθέσανε ενδεχομένως πως το κυρίαρχο ζητούμενο είναι η «μετατροπή της ζωής» ή του εαυτού «σε αντικείμενο για ένα είδος γνώσης, για μια τέχνη». Κι αυτά με μια μεταμοντέρνα φυσικά διάθεση «μπουφέ» επιλέγοντας διάφορα από εδώ κι από εκεί, ξένα, μαγειρεμένα, που βρίσκουν μέχρι και θεωρητικούς, αλίμονο μας, υποστηρικτές. Ένας εαυτός που πρέπει να δημιουργηθεί ή ακόμη χειρότερα να φιλοτεχνηθεί όπως ένα έργο τέχνης, αγνοώντας ίσως από τη μία πως ο «πυρήνας» ή οι «πυρήνες» του εαυτού δεν γίνεται να είναι ανεξάρτητοι από τις εκάστοτε ιστορικές και κοινωνικές συνθήκες, κι από την άλλη (εδώ εντάσσονται και οι αυτιστικές και ανεύθυνες ανοησίες του «ιδιωτικού οράματος» και λίγο πριν της τάχα «αμφισβήτησης»), παραβλέποντας το αδιέξοδο τού στόχου της «λάμψης» και της «καλοπέρασης», που καθιστά τελικά και εντάσσει κλείνοντας –στην καλύτερη των περιπτώσεων– τον εαυτό και την ύπαρξη στην αισθητική σφαίρα. `
Nα σημειωθεί πως η παράδοση, και η ιστορία στην εξέλιξη της, έστω «σχηματικά», στα χέρια της «γενιάς» τους κατέληξε, από την φορτωμένη εκδοχή που την παρέλαβαν, να επιπλέει κατακερματισμένη και αχώνευτη, μακριά από κάθε αίσθηση «ιερού» αλλά και τελετουργικού νοήματος, ως μια επανάληψη και ως μια συνήθεια, που λειτουργεί όχι ως υποκατάστατο ερμηνείας του κόσμου, αλλά ως πλαίσιο προσωπικής και –γιατί όχι;− συντεχνιακής αναρρίχησης εις βάρος τελικά του συνόλου το οποίο κατέρρευσε με τον ιστορικό γδούπο που όλοι βιώσαμε την περίοδο 2008-2012. Κάτι που βιώνουμε εδώ στην ποιητική του εκδοχή. Στα πλαίσια επιπρόσθετα της παγκοσμιοποίησης και της πρόχειρης αρχιτεκτονικής δομής, από ό,τι τελικά αποδείχτηκε, της ευρωπαϊκής ένωσης (και κυρίως της ευρωζώνης) η «ελληνικότητα» (και η κάθε αντίστοιχη εθνικότητα, για την ώρα του νότου) θα μπορούσε να θεαθεί πλέον ως αντίστοιχη των παλιών τοπικών εθίμων, όπου μετά την καταστροφή της «τοπικής κοινότητας» όπου διατέμνονταν η μικρή (νέα ελληνική) με τη μεγάλη (ευρωπαϊκή στην ελληνο-χριστιανο-ρωμαϊκή της δεσπόζουσα έκφραση) παράδοση, τα τοπικά έθιμα μπορούν και επιβιώνουν α) ως συνήθειες, που με την κανονική επανάληψή τους προσφέρουν μια «οντολογική ασφάλεια», η περίπτωση, πέρα απ’ του Γκανά, θεωρώ πλέον και του Σιώτη, στην ποίηση, και β) ως ερείπια (Relics) που επενδύονται με λείψανα (remnants) και έχουν νόημα ως παραδείγματα τού παρελθόντος, η περίπτωση θα έλεγα του γνήσια μετα-σαχτουρικού Χρήστου Μπράβου (του σημαντικότερου ίσως αυτής της γενιάς) αλλά και του Σωτήρη Παστάκα και κατά κάποιον τρόπο και του Χάρη Βλαβιανού (για να μην αναφερθώ στους Χιόνη, Κοντό, Παπαγεωργίου κ.α.). Κατάλοιπα (ερείπια-λείψανα) που συναντώνται και στην παραδοσιακή κοινωνία, αλλά αντλούν τη σημασία τους εκεί όχι γιατί ακουμπούν στο παρελθόν, αλλά στο ίδιο το «ιερό», όποιο και αν είναι και ό,τι και να σημαίνει αυτό.
`
Εδώ θα ήταν καλό να σημειώσουμε, χωρίς όμως να σχολιάσουμε, τα μότο της συλλογής Εκεί Έξω του Σιώτη: «Αν έχει ψύχρα εκεί έξω και γίνεται επανάσταση πάρτε μαζί σας ένα μπλουζάκι» (Karl Mart), και «Γνωρίζω υπερβολικά καλά τον κόσμο. Εκεί έξω, το ξέρω, καραδοκεί ο κακός έρωτας, το πικρό του μέλι, η απάτη, η απειλή του» (Juan Vicente Piqueras) το οποίο με ένα άλμα θα μπορούσε να τους συνοψίσει ως γενιά και ενδεχομένως, γενικεύοντας εκ των πραγμάτων, ως σύνολο.
ΙΙ
Τα παιδιά των Baby-boomers ή οι ανεδαφικοί καλομαθημένοι.
Απ’ τον Μάινα και τον Ιωάννου στον Αλισάνογλου και τα άλλα παιδιά.
Ανοίγοντας Το Περιεχόμενο του Υπόλοιπου του Μάινα (γ.1976), διαβάζω, στο αντίτυπο που έχω στα χέρια μου, στην πρώτη σελίδα με τον γραφικό χαρακτήρα του ποιητή: «Κάθε υγιής άνθρωπος μπορεί να ζήσει δυο μέρες χωρίς φαγητό αλλά ουδέποτε χωρίς ποίηση», Charles Baudelaire, και «Με βαθιά πίστη στις δυνατότητες προβληματισμού, επηρεασμού και ανάτασης μέσω της ποίησης», υπογραφή: Αλέξιος Μάινας. Στο context που ήδη βρίσκομαι, στις μέρες δηλ. της δολοφονίας του Παύλου Φύσσα, πόσο μάλλον στα ευρύτερα ιστορικά συμφραζόμενα, σκέφτομαι την ευκολία και την υπερβολή των παραπάνω. Και πέρα από την υπερβολή δεν μπορώ παρά να διακρίνω και μια μορφή φανατισμού αναμιγμένου με μια ιδιότυπη μονομανία εγωκεντρικής πνοής και σίγουρα τάσεις οραματισμού, αν όχι καθοδήγησης στην περίπτωση του και αυτισμού ή αυτοερωτισμού στην περίπτωση άλλων. Ενώ με διαπερνούν τα παραπάνω, έχοντας φυσικά δει το σύνολο του εκτεταμένου του βιβλίου (128 σελίδες είναι πολλές φυσικά για ποίηση, πόσο μάλλον όταν πρόκειται για την πρώτη φωνή. Το ίδιο εκτεταμένα είναι πολλά βιβλία της γενιάς αυτής) καταλήγω πως η πόζα-επιτήδευση που διέκρινα αρχικά στην performance του (στα ποιητικά πανηγύρια του τελευταίου καιρού, τώρα μάλιστα που το ζητούμενο έγινε η δημόσια διάχυση και λειτουργία της ποίησης) φέρεται να ταιριάζει με το σύνολο του ποιητικού του σώματος. Έχουμε να κάνουμε με μια υπερβολική θα έλεγα σκηνοθεσία ενός «ατιθάσευτου» εαυτού που φέρεται να προτάσσει επίμονα την επινοημένη του εκδοχή.
Ένα ακόμη «εγώ», αναλογίζομαι, ποιητικό, που κατέχει και συγκροτείται ως υποκείμενο, εμπορευόμενο ίσως, την ιδέα του εαυτού, όπως του την «περάσανε» προφανώς οι προηγούμενοι. Ένα εγώ, κάτοχος-ιδιοκτήτης της performance του, της «αλήθειας» του, κύριος των ποιημάτων του (τέτοια η κυριότητα) που τα γυαλίζει όπως ο Σπινόζα τους οπτικούς του φακούς, τα λεγόμενα πατομπούκαλα. Ένα νεωτερικό ενδεχομένως υποκείμενο, ριγμένο στη γερμανία, ή στη γερμανίζουσα πλέον Ευρώπη, απομακρυσμένο από τη σπινοζική αντίληψη ίσως μιας «συνείδησης χωρίς υποκείμενο», σχετιζόμενης βέβαια με τον άλλον και άρα συν-διαμορφωνόμενης, ενός σώματος –από μια οπτική γωνία γιατί όχι;– χωρίς όργανα που αναδύεται στον τόπο της σχέσης και εκεί μόνον υφίσταται. Εδώ –αντί αυτού;– έχουμε έναν ακόμη «γερμανό» που πατά κυρίως πάνω στον γερμανικό ιδεαλισμό, και στην εισαγόμενη στην επικράτεια μας εκδοχή του, δηλ. στην «αυτοσυνείδηση» του, που ως μπόλιασμα δίνει διάφορες υβριδικές μορφές στο ανάπτυγμα και στην ολότητα τους. Και από εκεί είναι θαρρώ που αναρωτιούνται οι ποιητές: «Χρειάζονται οι ποιητές σε χαλεπούς καιρούς;».
Στο ποίημα ενδεικτικά «Ανακομιδή λειψάνου» ο Μάινας συνειδητοποιεί, έστω διακωμωδώντας μερικώς και περιτέχνως, «πως είναι τελικά μόνος». Σε αυτό το κλίμα, μέσα σε μια ιδιότυπη «θρησκευτικότητα», μας λέει πως τελικά προσπαθεί μέσα από το σύγχρονο αστικό τοπίο, τόπο βασάνου και αδιεξόδου, να αρθεί πάνω από το μυστήριο του κόσμου –ζωντανεύοντας δυισμούς και όχι μονισμούς− σε μια ορφικο-πυθαγόρεια εκδοχή αναμιγμένη με μεσσιανικές μυστικιστικές παραδόσεις που καταλήγουν μέσω της αντορνικής «αρνητικής διαλεκτικής» –που ελευθερώνεται με την εκβιομηχάνιση– στον Βάλτερ Μπένγιαμιν: «να βρεθώ ξάφνου έξω απ’ το χρόνο/αποσυνάγωγος των τρούλων/[…] όλα διαχέονται σαν παχύρρευστα μέταλλα/σε καμίνι/για να γίνουν ένα[…]αδειάζοντας την ακινησία/στις γέφυρες με τις βρόμικες σιδεριές» («Η υπερέννοια του αποσπασματικού»). Εδώ πέρα από κάποιες ταρκοφσκικές καμπάνες που ακούγονται από τον Αντρέι Ρουμπλιόφ, θαρρώ πως κρούει και χορδές που ξυπνούν τον γερμανικό εξπρεσιονισμό στην εικαστική του εκδοχή, αλλά και τη ζωγραφική του γερμανικού μεσοπολέμου τύπου Ότο Ντίξ και Γκέοργκ Γκρος. Η «θρησκευτικότητα», να σημειωθεί, σε μια αναπάντεχη αναβίωση της, στην «ορθόδοξη» και στην «ανορθόδοξη» εκδοχή της, φαίνεται να χτυπάει και να απασχολεί και άλλους αυτής της γενιάς (ας αναφέρουμε ενδεικτικά τους Β. Ζηλάκο και Δ. Αγγελή).
`
Φυσικά οφείλουμε να του πιστώσουμε (και μέσω αυτού σε αρκετούς άλλους της «γενιάς-συνόλου») το αυτονόητο, πως είναι δηλ. ένας ποιητής με αξιώσεις, που δεν βλέπει την ποίηση απλά ως «αυθόρμητη διάχυση ή ανάγκη μοιράσματος του ανομολόγητου», αλλά ως σύνθεση (έστω κι αν δεν φαίνεται να το κατορθώνει, τουλάχιστον σε αυτή την πρώτη του συλλογή, όπως και οι περισσότεροι). «Η σύνθεση» είναι για τους νέους ποιητές όπως ο Μάινας «ο στόχος της αρτιότητας» και χαιρόμαστε που το υπογραμμίζει σκύβοντας ταυτόχρονα στα εργαλεία του, επιστρέφοντας αδιάκοπα στο εργαστήριο του, κάτι που φαίνεται να έλειπε από τα γράμματα μας, αν εξαιρέσουμε πλέον –εν μέρει– τις φωνές (αναφέρομαι χονδρικά στους γεννημένους μετά το 1964) των Θ. Ρακόπουλου, Γ. Στίγκα, Δ. Ελευθεράκη, Δ. Λεοντζάκο, Ν. Χαλκιαδάκη και ίσως των Α. Γρίβα, Σ. Πολενάκη, Γ. Πρεβεδουράκη, Δ. Κατιώνη, Κ. Συφιλτζόγλου, Σ. Αραβανή και Θ. Ιωάννου. Έτσι φαίνεται να μην αγωνιά για την καινοφάνεια (βλ. ενδεικτικά Β. Αμανατίδης, Γ. Αλισάνογλου και Γ. Τρούλη, για να αναφερθούμε σε ορισμένους) και την αυτονόμηση από τους προδρόμους. Μια αυτονόμηση που, σε μια αντιστροφή και πάλι, ως πιθανό ενδεχόμενο, με ενδιαφέρον θα την παρακολουθήσουμε και στα πρόσωπα τον Γ. Δούκα, Χ. Ψαρρά και Σ. Μήτα και ας παίζουν «επιπόλαια και καταχρηστικά με ριμαρίσματα» ως άλλοι νεωτερίζοντες. Φυσικά προτού κλείσουμε, συμφωνώντας με την Τ. Δημητρούλια (Τα Ποιητικά, τχ. 12), να υπογραμμίσουμε πως έχουμε να κάνουμε με «διακριτές ατομικότητες που συνομιλούν και συνεργάζονται», και όχι με σχολές ή και γενιές και άλλες ομοϊδεατικές γενικότητες.
`
Και τέλος να σημειώσουμε, προκαταλαμβάνοντας ορισμένες από τις εύλογες ενστάσεις που προκύπτουν απέναντι σε ένα «τέτοιου τύπου κείμενο», πως ο δρόμος που επιλέγουμε προκρίνει «σταθερά» το πράγμα αντί του προσώπου, το κείμενο αντί του ποιητικού υποκειμένου (πόσο μάλλον του αναγνώστη), αξιώνοντας μια κάποια αποστασιοποίηση, με υπόβαθρο πάντοτε την ιστορικο-κοινωνική κίνηση, που καθιστά δυνατή την αυθυπαρξία μιας κειμενικής –ποιητικής εν προκειμένω– κατασκευής, γιατί σε τελική (ή πρώτη) ανάλυση έχουμε να κάνουμε με καλλιτεχνήματα και όχι με δικαιώματα, στην έκφραση, στο διαφορετικό, στην διαφοροποίηση κτλ. Έτσι οδηγούμαστε στην συστηματική ερμηνεία και όχι σε έναν επιλεκτικό σχολιασμό που συνήθως στην τρέχουσα κοινωνική πρακτική φλερτάρει με την υστεροβουλία και άλλα παρόμοια. Εδώ η ανυστερόβουλη (ως αξίωση, θα κριθεί το κείμενο σε βάθος χρόνου), συστηματική και αυστηρή στάση του κειμένου μου, απηχεί την τάση όπου η κριτική από «υποκειμενικά αξιολογική τείνει να γίνεται σχετικά αντικειμενικά διαγνωστική και έτσι ενδεχομένως και κοινωνικά ωφέλιμη». Παραπέμποντας μάλιστα στον Eliot μας λέει ο Δάλλας: «κάθε εποχή έχει χρέος να επαναξιολογεί τα παλαιά πνευματικά φαινόμενα, απ’ την προοπτική του παρόντος. […] Έρχονται νέες πνευματικές εμπειρίες, νέοι δημιουργοί, νέα έργα, ώστε στην παλιά ιεράρχηση να επιβάλλεται νέα ταξιθεσία».
`
Σ’ αυτό το πλαίσιο ο κριτικός οφείλει θεωρώ να φλερτάρει με τα όρια της ερμηνείας διακινδυνεύοντας, να εξασκεί και να βελτιώνει την ακρίβεια της κριτικής του γλώσσας ενσωματώνοντας στο διανοητικό του οπλοστάσιο όρους που δοκιμάζει στις ποιητικές των ζωντανών κυρίως συγχρόνων του (για να γεμίσει και το mailbox με υβριστικά –γιατί όχι;– μηνύματα και διάφορα παράπονα), διατηρώντας μια ευρεία οπτική, το πολυεπίπεδο των στρωμάτων και την δυνατότητα περαιτέρω εμβάθυνσης, αποβλέποντας και καταλήγοντας σε νέες συνθέσεις οι οποίες λειτουργούν στο τέλος κι οι ίδιες ως έργα, «εγκαινιάζοντας» και ξανα-υπογραμμίζοντας τουλάχιστον στην εποχή μας και στον τόπο μας, την πρωτοκαθεδρία της διαλεκτικής ανάμεσα στο έργο και στον ποιητή τονίζοντας πρωτίστως τη σημασία της συν-διαμόρφωσης, προτάσσοντας πάντα –επαναλαμβάνω– το έργο και την συμπόρευση.
`
Θεσσαλονίκη, 2013
*Το άρθρο αυτό και οι εικόνες που το συνοδεύουν αναδημοσιεύονται από το http://www.poiein.gr/archives/25973/index.html#more-25973

