Το βιβλίο αυτό είναι συγκεντρωτική έκδοση των ποιητικών συλλογών του Αργύρη Χιόνη “Απόπειρες φωτός” (1966), “Σχήματα απουσίας” (1973), “Μεταμορφώσεις” (1974), “Τύποι ήλων” (1978), “Λεκτικά τοπία” (1983), “Σαν τον τυφλό μπροστά στον καθρέφτη” (1986), “Εσωτικά τοπία” (1991), “Ο ακίνητος δρομέας” (1996), “Ιδεογράμματα” (1997) και “Τότε που η σιωπή τραγούδησε” (2000) και μας έρχεται από τις Εκδόσεις Νεφέλη.
Για τον ποιητή και μοναχικό δρομέα της ζωής Αργύρη Χιόνη, εμείς δεν έχουμε να πούμε τίποτα. Ας αφήσουμε να μιλήσει ο ίδιος: “Αν και είμαι μόλις 63 ετών και έχω εκτίσει μόνο 40 χρόνια ποίησης, αποφάσισα να προβώ στη συγκεντρωτική αυτή έκδοση των ποιημάτων μου, φοβούμενος ότι, επειδή οι Θεοί αγαπούν τους νέους, δεν θα έχω τον απαιτούμενο χρόνο για να δώσω στη δουλειά μου τη μορφή που θα έπρεπε να έχει, πριν παραδοθεί στην αιωνιότητα. Αν δεν το κάνω αυτό εγώ, θα το κάνει, ίσως, κάποιος συμπαθής τυμβωρύχος (βλέπε φιλόλογος), όταν δεν θα ‘μαι πια εδώ και δεν θα μπορώ να του τραβήξω το αφτί για τις τυχόν αυθαίρετες (τι άλλο θα μπορούσαν να είναι;) αναπαλαιώσεις. Στον τόμο αυτόν («Η φωνή της σιωπής», εκδόσεις Νεφέλη 2006) περιλαμβάνονται οι δέκα από τις ένδεκα ποιητικές συλλογές μου που έχουν εκδοθεί μέχρι σήμερα. Η ενδέκατη («Στο υπόγειο», εκδόσεις Νεφέλη 2004) δεν συμπεριελήφθη για δύο λόγους που, στην ουσία, συνιστούν έναν και μοναδικόν: θεωρώ ότι το βιβλίο αυτό προοιωνίζεται μια νέα στροφή στη δουλειά μου και, συνεπώς, το κρατώ ως μαγιά για την επόμενη συγκεντρωτική έκδοση, εφόσον, βέβαια, υπάρξει συνέχεια ζωής και έργου. Στις σελίδες της συλλογής «Οντα και μη όντα» (εκδόσεις Γαβριηλίδης 2006) αναμιγνύονται όλα σχεδόν τα είδη του λόγου, καταργώντας τα μεταξύ τους όρια. Το παραμύθι σμίγει με το δοκίμιο, το δοκίμιο με την ποίηση, η ποίηση με τη φυσική ιστορία…
Πραγματικά όντα γίνονται φανταστικά, αφηρημένες έννοιες, αντικείμενα και φυσικά φαινόμενα αποκτούν ιδιότητες όντων, τέρατα εξανθρωπίζονται, άνθρωποι τερατοποιούνται, το ζωικό και το φυτικό βασίλειο εμπλουτίζονται με νέα, άγνωστα έως τώρα είδη… Τι είναι λοιπόν αυτό το βιβλίο; Ενα παιχνίδι; Ναι, ένα παιχνίδι που, ενώ ακυρώνει τη σοβαροφάνεια, παραμένει ωστόσο σοβαρό, γιατί, όπως λέει και ένα σπανιόλικο τραγούδι, La vida es una broma seria, δηλαδή, η ζωή είναι ένα σοβαρό αστείο, ενίοτε και τραγικό.
Παραβαίνοντας, τώρα, για πρώτη φορά, τον κανόναν που έχω θέσει στον εαυτό μου, να μην μιλώ ποτέ για την ποίησή μου, θα πω απλώς ότι πρόκειται για μια ποίηση απλή, αλλά όχι απλοϊκή˙ απλή, γιατί, σε πρώτο επίπεδο, είναι αναγνώσιμη από τον οποιοδήποτε˙ όχι απλοϊκή, γιατί, έτσι πολυεπίπεδη που είναι, η σε βάθος προσέγγισή της εξαρτάται από τις πνευματικές αποσκευές κάθε αναγνώστη χωριστά”. Και παρακάτω: “… κεντώ τα κείμενά μου, σαν τατουάζ, πάνω στο δέρμα της μάνας μου, της γης. Με άλλα λόγια, είμαι χοϊκός και όχι αιθεροβάμων ποιητής. Ως τέτοιος, λοιπόν, πιστεύω στην αθανασία της ύλης, δηλαδή στην αέναη ανακύκλωση των υλικών. Οσο ζω, γράφω ποιήματα-όνειρα πάνω στα χώματα. Οταν με καταπιούν τα χώματα και χουμοποιηθώ, θα τροφοδοτώ, ως λίπασμα, νέα όνειρα ζωής…”
Γεννημένος στην Αθήνα, το 1943, ολοκλήρωσε τις εγκύκλιες σπουδές του στο 2ο Νυχτερινό Γυμνάσιο. Πήγε στα 28 του στο Πανεπιστήμιο Άμστερνταμ για να σπουδάσει Ιταλική Φιλολογία. Λίγο μετά, στην Αθήνα, μεταφράζει με μοναδικό τρόπο τον Αστερίξ, μετατρέποντας τα λογοπαίγνια της γαλλικής γλώσσας σε απολαυστικά παιχνίδια. Χιούμορ, σαφήνεια, ακριβολογία, φαντασία. Η ποίηση του έχει ήδη χτυπήσει την πόρτα από τα 13. Είναι ο τρόπος ζωής και έκφρασής του. Η Γενιά του ’70 είναι οι νεανικοί φίλοι του. Φεύγει, μετά τον πολύκλαυστο επίσης Γιάννη Βαρβέρη.
Η τελευταία του ποιητική συλλογή, «Ο,τι περιγράφω με περιγράφει – Ποίηση δωματίου», (εκδόσεις Γαβριηλίδης) συγκαταλέγεται στη βραχεία λίστα για το βραβείο ποίησης. Τη δεκαετία 1982-1992 εργάζεται ως μεταφραστής στο Συμβούλιο της ΕΕ στις Βρυξέλλες. Παραιτείται και εγκαθίσταται στο Θροφαρί, μικρό χωριό της ορεινής Κορινθίας, όπου και ζούσε απομονωμένος, «καλλιεργώντας τη γη και την ποίηση». Από εκεί ταξίδεψε στην πρωτεύουσα, να δει κάποιους φίλους και να φάει μαζί τους, ανήμερα τα Χριστούγεννα. Η καρδιά του τον πρόδωσε.
Επίσης έγραφε πεζά, ενώ έχει μεταφράσει ποιήματα των Οκτάβιο Πας, Ρομπέρτο Χουαρόθ, Νικανόρ Πάρα, Χουάν Ραμόν Χιμένεθ, Στίβεν Κρέιν, Ανρί Μισό, καθώς και το μυθιστόρημα «Περηφάνια και προκατάληψη» της Τζέιν Οστεν. Θεωρούσε δασκάλους του τον Καβάφη, τον Καρυωτάκη, τον Μπέκετ και τον Κάφκα.
Σκιαγραφούσε την ποίησή του κυρίως ως ποίηση δωματίου. «Σύντομη, περιεκτική, πυκνή, και αποστηθίσιμη. Οπως ένα μικρό κονσέρτο μπαρόκ, ένα κονσέρτο δωματίου. Δεν σημαίνει ωστόσο ότι είναι μια ποίηση που περιορίζεται μόνο στους τέσσερις τοίχους ενός δωματίου. Εχει συμβεί στο παρελθόν να δω μικρά ποιήματά μου γραμμένα σε τοίχους σε περιόδους φοιτητικών εξεγέρσεων πράγμα που σήμαινε ότι ακόμη και η χαμηλόφωνη ποίηση, αν έχει κάτι να πει, βγαίνει από το γραφείο στον δρόμο» (συνέντευξη στην Πόλυ Κρημνιώτη, στην «Αυγή»).
Το 2009 τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Διηγήματος, εξ ημισείας με τον Τόλη Νικηφόρου για «Το οριζόντιο ύψος και άλλες αφύσικες ιστορίες» (Κίχλη 2008).
*(Ανα)δημοσιεύτηκε στην ομογενειακή εφημερίδα “Νέος Κόσμος”, Μελβούρνη, Σάββατο, 22 Μάρτη 2014.
