Δεν είχε ιδιαίτερες παρέες ο Γιώργος Σαραντάρης , ήταν κλειστό άτομο, και κατά την διάρκεια των παιδικών και εφηβικών του χρόνων, βίωσε μια πιεστική μοναξιά, που απέδωσε μ’ ένα χαρακτηριστικό ποίημα στην συλλογή ”Αιώνες”…
I.
μακριά από την κοσμογονία με παράτησαν μοναχό
σαν πτώμα, ή χτήνος
και περάσαν οι μέρες πάνω μου
στάχτη φέρνοντας και καπνό.
Περνούσαν κι’ απ’ τον ύπνο όπου επνιγώμουνα,
έβλεπα τα θολά τραγούδια,
τα δάκρυα που είχαν γίνει ουρανός,
και την σιωπή του χρόνου…
II.
Τι έμεινε από το έργο του Καβάφη;
Κάτι σαν κυπαρίσσι.
Τι μένει από τα ολοζώντανα φιλιά του Γρυπάρη;
Mένουμε ίσως εμείς,
οι ακοίμητες νύμφες του Ιονίου Πελάγους. Εμείς, ο Κάλβος
Μιλώ
Μιλώ γιατί υπάρχει ένας ουρανός που με ακούει
Μιλώ γιατί μιλούν τα μάτια σου
Και δεν υπάρχει θάλασσα δεν υπάρχει χώρα
Όπου τα μάτια σου δεν μιλούν
Τα μάτια σου μιλούν εγώ χορεύω
Λίγη δροσιά μιλούν κεγώ χορεύω
Λίγη χλόη πατούν τα πόδια μου
Ο άνεμος φυσά που μας ακούει.
Δεν είμαστε ποιητές
Δὲν εἴμαστε ποιητὲς σημαίνει φεύγουμε
Σημαίνει ἐγκαταλείπουμε τὸν ἀγῶνα
Παρατᾶμε τὴ χαρὰ στοὺς ἀνίδεους
Τὶς γυναῖκες στὰ φιλιὰ τοῦ ἀνέμου
Καὶ στὴ σκόνη τοῦ καιροῦ
Σημαίνει πὼς φοβούμαστε
Καὶ ἡ ζωή μᾶς ἔγινε ξένη
Ὁ θάνατος βραχνὰς
Να κοιμάσαι νηστικός…
Να κοιμάσαι νηστικός σε μια σοφίτα
Να είσαι ο τεμπέλης του σπιτιού
Να γίνεσαι σκουπίδι
Όταν ανοίγεται ένα λερωμένο στόμα
Θα σηκώσω το γιακά
Για να φύγω σαν ένας ληστής
Απ’ το δικό μου σπίτι
Θα κοιμηθώ στους δρόμους
Για να νιώσω ολάκερη την πολιτεία
Να τουρτουρίζει μαζί μου
Στο παλτό μου έχω ένα λεκέ
Αλλά είναι καιρό που δεν τον βλέπω
Θα το ξαπλώσω χάμω
Και θα στρωθώ πάνω του
Να πιώ λίγη βραδιά
Στη γωνιά του έρημου κήπου
Θα αιστανθώ τη σελήνη
Όπως δεν αιστάνθηκα τίποτε
Στη ζωή μου
Θα την αιστανθώ στα χείλη μου
Σαν ένα αχλάδι
Στα μάγουλα
Σαν άλλα μάγουλα.
Ο άνθρωπος και η φύση
Με τα μαλλιά της χάιδεψε τον θάνατο
Με το φιλί της φίλησε το πρόσωπο της γης
Κι όταν ανθίζει η γη στον άνεμο στον ήλιο
Ξανανθίζει ο θάνατος…
Όλοι μου ρίχνουν πέτρες
Όλοι μου ρίχνουν πέτρες
Δεν ξέρω πού να καταφύγω
Κι εσύ είσαι εκεί που χαμογελάς
Όλοι μου ρίχνουνε πέτρες
Γιατί δεν εργάζομαι
Αλλά κανείς δεν μ’ έμαθε να εργάζομαι
Είναι μια τέχνη τούτη ζηλευτή!
Μονάχα τα κοπρόσκυλα γαυγίζουν
Μονάχα τα κοπρόσκυλα ζηλεύουν
Όποιον δεν δουλεύει
Με χέρια και ιδρώτα.
Άλλοτε η θάλασσα
Ἄλλοτε ἡ θάλασσά μας εἶχε σηκώσει στὰ φτερά της
Μαζί της κατεβαίναμε στὸν ὕπνο
Μαζί της ψαρεύαμε τὰ πουλιὰ στὸν ἀγέρα
Τὶς ἡμέρες κολυμπούσαμε μέσα στὶς φωνὲς καὶ τὰ χρώματα
Τὰ βράδια ξαπλώναμε κάτω ἀπ’ τὰ δέντρα καὶ τὰ σύννεφα
Τὶς νύχτες ξυπνούσαμε γιὰ νὰ τραγουδήσουμε
Ἦταν τότε ὁ καιρὸς τρικυμία χαλασμὸς κόσμου
Καὶ μονάχα ὕστερα ἡσυχία
Ἀλλὰ ἐμεῖς πηγαίναμε χωρὶς νὰ μᾶς ἐμποδίζει κανεὶς
Νὰ σκορπᾶμε καὶ νὰ παίρνουμε χαρὰ
Ἀπὸ τοὺς βράχους ὡς τὰ βουνά μας ὁδηγοῦσε ὁ Γαλαξίας
Καὶ ὅταν ἔλειπε ἡ θάλασσα ἦταν κοντὰ ὁ Θεὸς
Ακόμα ζω
Ακόμα ζω
Βλέπω τα πράματα
Πιάνω την επιφάνεια,
Κι ο κόσμος στοχάζεται
Γαλάζιους καιρούς·
Τίποτα δεν μου βαραίνει
Τη γνώμη,
Έρχομαι από αυγή
Από αθώο
Χρώμα χεριού
Κι αγαπάω τα μάτια
Ανάμεσα στα ζώα,
Η επαφή τους
Μ’ ενθαρρύνει,
Ανοίγει τη σκιά.
Η καρδιά μας είναι ένα κύμα που δεν σπάει στην ακρογιαλιά. Ποιος μαντεύει τη θάλασσα, απ’ όπου βγαίνει η καρδιά μας; Αλλά είναι η καρδιά μας ένα κύμα μυστικό, χωρίς αφρό. Βουβά πιάνει μια στεριά. Και αθόρυβα σκαλίζει το ανάγλυφο ενός πόθου, που δεν ξέρει απογοήτευση και αγνοεί την ησυχία.
Γιώργος Σαραντάρης/ Εποχές και συγγραφείς
*Αναδημοσίευση από το http://callinos.blogspot.com.au/2014/03/blog-post_12.html
