. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
«Προσευχηθείτε, τετράποδες ασχήμιες,
παιδιά των κάτω άκρων,
λάθη των ψεύτικων αιμάτων· ο θεός σας
ακούει τα πάντα. Ο νεκρός
θεός σας ξέρει πως ο Ουίλιαμ Γουντ
ήταν επτά ετών και δέκα μηνών
όταν ξεκίνησε να εργάζεται – ο Ουίλιαμ Γουντ
εργάστηκε για την έλικα του θεού σας:
κλώνος θεού ο θεός σας – πράγμα
που σημαίνει πως αν οι νεκροί συνεχίζουν
να παρουσιάζουν δυσπεψία, ηπατικές
και νεφρικές διαταραχές και ρευματισμούς
είναι επειδή δεν υπήρξαν ποτέ ζωντανοί –
ας πούμε όπως ένα εφήμερο -έστω- γατί
που κουβεντιάζει με τον σοφό ασβέστη
και το έμπειρο ξύλο στον βυθό της δροσιάς…
Σπουδαίο καύσιμο, ο θεός σας!»
Η βροχή δυνάμωσε· το κατάμαυρο νερό,
που ξεδιψούσε υποταγή τον λάκκο του, τον σκέπαζε
ταχύτατα. Δεν πρόλαβε να πει:
«Θα επιστρέψω. Το δίχως άλλο θα επιστρέψω
με νύχια και με δόντια. Συνιστώ
να στήσετε το σώμα μου όρθιο στην είσοδο ναού
να εξορύξετε το πλουτοφόρο κοίτασμα της καρδιάς μου,
το εύφλεκτο κοίτασμα της καρδιάς μου,
την καρδιά μου…»
«Αρκεί», είπε η ακρίδα. «Μην πιστεύεις τίποτα.
Οι κοινωνίες έχουν προ πολλού κατακλυστεί
από εικόνες. Μια εικόνα είναι τέχνη.
Πολλές εικόνες είναι εμπόρευμα.
Λοιπόν, η Ελλάδα κατακλύστηκε
από σλαβικά φύλα κατά τον 5ο αιώνα
και ακολούθως. Δεν μπορεί
ένας χείμαρρος εικόνων να θέτει
σε αμφισβήτηση τη μιαν εικόνα
του έθνους. Αρκεί».
Θα τον χτυπούσα
-λέει- εκεί που είχε αφήσει ακάλυπτο
το αφηρημένο εγώ του: μια θεολογική
ενέργεια ή άλλη ασύμμετρη απειλή,
αλλά στο μεταξύ ήρθαν από την Ουγγαρία
χίλια πεντακόσια άλογα καλά εκπαιδευμένα,
όλα με τους ιππείς τους
κι άλλα εξακόσια απ’ τη Σερβία με δεινούς τοξότες
και πεντακόσιοι Τούρκοι οπλισμένοι
κάμπους φαρδείς και πλατείς
κατά τον Μάρτιο μήνα. Οι λοιποί
όλοι ήταν καμιά χιλιάδα· οι εξής:
Τρεις ή Επτά Χειρογάστορες με τα εργαλεία τους.
Ένα κατάμαυρο άλογο με άσπρη ουρά
και κεφάλι αετού από τα Ιμαλάϊα.
Ένα αγριοπερίστερο με βροντερή ανθρωπινή φωνή,
ο επιλεγόμενος Χάλφας: Δαίμονας με τριακόσιους
έμπειρους κατασκευαστές πύργων
και τρεις να τους γκρεμίζουν στους αιώνες.
Τετρακόσιοι κυνοκέφαλοι από τη Λακεδαίμονα
και διακόσια εβδομήντα οκτώ ή διακόσια ογδόντα δύο
στόματα με τα πόδια τηλεσκοπικά από τους λόφους
της Καλιφόρνιας – κι απάνω ένα μάτι.
Κι αφού συγκεντρώθηκαν μεσοφέγγαρα
έκαναν συνέλευση κι έλεγαν:
«Να σπείρουμε λόγια στα βράχια».
«Να δείρουμε τον άνεμο».
«Να φέρουμε από τον Άδη επίλεκτους νεκρούς».
«Να σπουδάσουμε πολιτική οικονομία μέσα στη νύχτα».
«Να εκπαιδεύσουμε καμήλες να πετούν σαν γεράκια».
«Ανοησίες! Μέχρι τώρα θεραπεύαμε τα πάθη.
Καιρός να πληγώσουμε νέα».
«Αυτό θα μας φέρει σε σύγκρουση με τη ροή του χρόνου».
«Καλύτερα παρά να μας προσάψουν
οι δειλοί απολογητές του εφικτού
πως δεν πράξαμε τίποτα γενναίο,
πως επαναλαμβάνουμε επικυρωμένα σκάνδαλα
για να γίνουμε γνωστοί ή συμβολιστές».
Ιδού και το ψήφισμα:
Οι ώμοι και τα στέρνα και οι πλάτες μας
να είναι αέρας δυνατός, στο εξής.
Φτερά να φυτρώσουν στα σώματά μας
ώστε να πετάμε μαζί με την οικεία γη.
Στα γένια να μουγκρίζει το κύμα
μέχρι μέσα στα τάρταρα: ρίζωμα μάλλον
παρά ρίζα· κι όλα αυτά κατά το κέφι καθενός.
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
] είπε:
«Σύντροφοι, φίλοι κι αδελφοί, γνωρίζετε πώς είμαι
θλιμμένος βλέποντας πειναλέους και ισχνούς να ζητούν
τον θάνατο. Σας λέω πως αν θέλουμε να φύγουμε
μπορούμε ν’ αποκόψουμε τους δρόμους
προς το μεγάλο ερώτημα. Αλλ’ αν σταθούμε
σαν άνθρωποι στο τι και πώς αυτής της άθλιας γης,
θα ευτυχήσουμε μια κεντρική εμπειρία
γεμάτη σύμπαν μελανό και τ’ άστρα.
Εκείνοι που έρχονται εδώ να μας θέσουν
ανυπόστατα ερωτήματα μιλούν μια γλώσσα
και θέλω να το ξέρετε
ότι λαός πολύπλοκος δεν υποτάσσεται εύκολα.
Είμαστε λίγοι όλοι μαζί απέναντι στο πλήθος
των οντολογικών προτάσεών τους
κι ένας-ένας πολλοί και διάφοροι
απέναντι στο λίγο του ανθρώπου.
Πληροφορούμαι δε πως τα σκυλιά τους
δεν έχουν κεφαλές αλλά μεγάλα χέρια που πετούν
πτυχιούχους των ανθρωπιστικών επιστημών
στην αγκαλιά των κοριτσιών
κι ώσπου να καταλάβουν εκείνα πως κοιμούνται
με προσοδοφόρα πτώματα,
η φλογερή πουτάνα γίνεται δύστυχη πόρνη
και τα γλυκά βυζιά, στήθη στυφά.
Ας τους σπαράξουμε, λοιπόν. Στη Βαρκελώνη
οι κήποι αγωνίζονται για την ελευθερία.
Κι ενώ η κεντρική κυβέρνηση, μέσω θεωρημάτων,
προσπαθεί να πλήξει τις κολεκτίβες,
ρόδα και μύρα καταφέρνουν
τεράστια πλήγματα στους φασίστες – ναι!
Σύντροφοι, φίλοι κι αδελφοί,
θυμηθείτε τον δρόμο που ταξιδέψαμε μαζί.
Πόσοι ακολούθησαν το αίμα τους
μέχρι τα σπλάχνα της γης,
γιατί είχαν ρίζες κι όχι επιχειρήσεις να τιμήσουν!
Μπρος γκρεμός και πίσω ρέμα,
σύντροφοι, φίλοι κι αδελφοί.
Μπορούν αυτοί να μπουν ανάμεσα σε μας
και την τρέλα που μας δέρνει;»
Αυτά τους είπε [
πεντακόσιοι νεκροί [
] αλλά [
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
Έλληνες αναθεματισμένοι,
ούτε έναν θυμό της προκοπής
δεν είστε πια ικανοί να υπερασπιστείτε.
