Η ποίηση δεν μπορεί ν’ αλλάξει του πόνου
την τάξη
Η σκόνη εκείνη αλλού δεν θα ακουμπήσει,
αντίθετα, μας ράβει επάνω στην παρουσία
των στήλων, εννοώντας τον σχοινοβάτη
που τολμά το βλέμμα του πέρα απ’ το σκοινί
που υπέρκειται τα δικά του τα ερείπια
Ψάχνουμε αναμνήσεις, σε μαυρισμένους τοίχους
και σπίτια εγκαταλειμμένα, εμείς μες στις αγκυρωμένες νύχτες
μα τα νύχια που βυθίζονται
στην άκρη του στρώματος, αν είχαμε δει τα πρόσωπα,
τις μητέρες μες στα κενά των δωματίων,
θα είχαμε στο λαιμό μας πιο φανερή κοπή και για λέξεις μια μικρή φωνή
Γι’ αυτό στέλνουμε μόνο σήματα καπνού
από σημεία σίγουρα και εγκαταλειμένα
κι αν ανοίξουμε κρυσφήγετα
τρέφουμε ένα κενό από φορμαλδεΰδη,
κληροδότημα κάρβουνων που κόβει την ανάσα
Αφήνουμε ζέστη, μα με στάχτινες λέξεις
μετά από κάθε καταφύγιο
*Από τη συλλογή “Τα γεωγραφικά πλάτη των χεριών”. Μετυάφραση από τα ιταλικά στα ελληνικά: Massimiliano Damaggio.
