Εκεί που το κοίλωμα της γέφυρας
Επαναλαμβάνει το βλέμμα
Προοπτική να σε δω ρουφηγμένο από χρόνο
Σε διάσταση άλλη
Και από κάτω ροή ποταμός
Και από πάνω φεγγάρι
Ολοστρόγγυλο σε έναν ουρανό
Χρώμα βινυλίου συλλεκτικό
Με υγρό για την βροχή
Που την επομένη θα ακολουθήσει
Το περπάτημά μας
Αριστερή όχθη
Δεξιά οπλή των ερώτων μας
Να μην θέλει να αποφασίσει
Ποιο ταξίδι είναι παρθενικό
Αφού επαναλαμβάνει τόσο την μνήμη
Η ανάμνηση
Τα επίχρυσα αγαλματάκια
Γεφυρώνουν τον αιώνα που δεν υπήρξαμε
Ούτε γεννηθήκαμε εκ νέου και με γαλλική διάθεση
Να περπατήσουμε στο επιβλητικό
Σταυροδόμι της ζωής
Που κρύφτηκε σαν Κουασιμόδος
Στην κορυφή μιας μαρμάρινης λάμψης
Μέσα στην νύχτα
Με τόση λεπτομέρεια γύρω το κτίσμα
Που κρύβω
Εγώ εμένα εσένα χωρίς με πάλι
Πότε θα φθάσει η ώρα για ύπνο
Στην σκάλα που τρίζει πράσινο χρώμα
Ξύλινο και στριφογυριστό
Στον τέταρτο όροφο μιας αθώας φωτογραφίας
Που εξομαλύνει το γηρασμένο
Ψηλά βλέπω το κωνικό να επιτάσσει ουρανό
Να λέγεται πύργος ισοσκελισμένος
Σε δύο που γίνονται ένα
Και διάτρητη στιβαρότητα μάρτυρα
Την κατασκευή της νύχτας
Από όνειρο μέσα σε αχνοπερπάτημα
Σε φινίρισμα πεταλούδας
Θα είναι αυτή η απόχρωση που δόθηκε
Στο ταξίδι
Να σε χάνω στο έρχομαι
Εκατόν πενήντα χρόνια
Στα κλεφτά μιας μετενσάρκωσης
Πανοραμικής
Κρυφτήκαμε
Ολόγυμνοι ολόγιομοι από φεγγάρι
Πάνω από την καμπυλότητα
Και με αριστοκρατική διάθεση
Να ερωτευόμαστε
Το παρελθόν στο παρόν για αυτό
Που θα
Μαζί θα γραπωθούμε στο ξύπνημα του πρωινού
Γεμάτα δακρυσμένα νερά
Τα βλέφαρα θα θέλουν να βλέπουν
Πώς τσαλαβουτάει στο μπουμπούκιασμα
Του φωτός
Την πρώτη λάμψη μιας πόλης
Που έγινε δική μας
Μετά από την προσπέλαση
Ενός τείχους που λέγεται
Συγκομιδή αυταπάτης
Για να συνεχίζει το μολυβί να αφήνει στίγματα
Σε μια καρτ ποστάλ
Που ακόμη δεν κόπηκε
Σε παραλληλόγραμμη άφιξη
Και εγώ να βλέπω τους δυο
Να περπατάν ώρες δώδεκα και μία
Νυχτερινές
Τres fatigue
Με λαχτάρα τόση να πιαστούν από την
Αποταμίευση της ανάμνησης
Για ολική επαναφορά της έκλειψης
Φεγγαρίσιο φυτό η γλώσσα
Που σε βινύλιο χρώμα ουρανό
Θα ακούγεται το γρατζούνισμα μιας ηλικίας
Που δεν έρχεται από τότε.
*Το ποίημα αυτό δημοσιεύτηκε στο περιοδικό “Ένεκεν”, τεύχος Απριλίου – Μαΐου – Ιουνίου 2012, σελ. 124-125
