Του Σέργιου Μαυροκέφαλου
Μας ταξιδεύουν οι ποιητές; Ιδιαίτερα, τώρα σε τούτο το μικρόψυχο καιρό, όπως θα τον αποκαλούσε ο Χέντερλιν; Χρειάζονται ακόμη, οι ποιητές; Τώρα, μες στην πραγματικότητα – κινούμενη άμμο, όπου θαρρείς ότι αργά ή γρήγορα θα καταπιεί εσένα, τον διπλανό σου και το όποιο μέλλον σας αλλά και το μέλλον των παιδιών σας; Μήπως βιώνουμε, όπως οι ήρωες του Σελίν, ένα άλλο ταξίδι στην άκρη της νύχτας, όπου οι πρώην φίλιες σχέσεις γίνονται εχθρικές; Σ’ έναν κοινωνικό ιστό που δηλητηριάζεται, διαβρώνεται, ρήγνυται, αλλά δεν εκρήγνυται – προς το παρόν – από το κέντρο μέχρι τις άκρες της χώρας μας; Η κόπωση από τη ζωή δεν είναι έκδηλη σ’ ένα πλήθος συμπεριφορών μέσα στην ελληνική κοινωνία; Κι αν, κομψά και υποκριτικά, όλα αυτά ασφυκτιούν μέσα στη λέξη αβεβαιότητα, υπάρχει γύρω μας μια διάχυτη αίσθηση πανικού και απόγνωσης σε σκέψεις και συμπεριφορές.
Κι αν ολοένα και περισσότεροι εμποδίζονται, από τα πράγματα ως έχουν, να δουν με διαύγεια το όλον της ύπαρξής μας, το παν, υπάρχουν εκείνοι – αλλά κι όλοι εμείς αν το θελήσουμε – που επιμένουν να βλέπουν καθαρά να φανερώνουν. Ίσως είναι οι πιο τυφλοί ανάμεσά μας ,οι μη ορώντες αποκλειστικά και μόνον το όποιο τηλεδάχτυλο, που διαρκώς δεικνύει και υποδεικνύει. Ίσως είναι οι ατενίζοντες κατευθείαν το φεγγάρι των ονείρων και των μύχιων πόθων μας. Όσοι δεν λησμόνησαν ότι είμαστε πλασμένοι «από το υλικό των ονείρων», όπως διαπίστωνε ο Σαίξπηρ. Όσοι θέλουν να είναι, να ζουν, όσοι είναι ερωτευμένοι με τη ζωή και δεν την προσλαμβάνουν ως μία διαρκή υπο-χρέωση, η οποία μοιραία οδηγεί στην κόπωση, στην κάθε λογής μιζέρια, στους καθημερινούς θανάτους. «τέτοια στο δρόμο σου ποτέ σου δεν θα βρεις, / αν μέν’ η σκέψις σου υψηλή, αν εκλεκτή / συγκίνησις το πνεύμα και το σώμα σου αγγίζει.» Αυτή, λοιπόν, η εκλεκτή συγκίνηση του Καβάφη ποιεί ζωή. Και ποιο είναι κατά τον σημερινό μας ποιητή, τον Γιώργο Ρούσκα, το πρώτο, μοναδικό ανεπανάληπτο, θεϊκό ποίημα της ζωής; Η γυναίκα. Αλλά και η ίδια η διαδικασία της γραφής είναι, για τον ποιητικό αφηγητή, από μόνη της ένα ποίημα. Είναι μια θαυμαστή διαδρομή μέσα στο ανθρώπινο σώμα, όπου μεταμορφώνεται η Ιδέα σε Λόγο.
Ο αφηγητής του Ρούσκα μοιάζει συνεπαρμένος από την ποιητική του ιδιότητα. Βιώνει την περιπέτεια της γραφής είτε ως ενήλικος «εραστής του ανεκπλήρωτου», είτε ως έφηβος «ανάμεσα στις καμπύλες των ζωηρών δεκαεξασέλιδων», είτε ως παιδί που όταν κουράζεται ξαποσταίνει «στο κόμμα, / ξέροντας πως στο τέλος η τελεία βρίσκεται». Ας ξεκουραζόμαστε κι εμείς σ’ ένα κόμμα, στη μέση μιας σελίδας, ξέροντας ότι καμιά κρίση δεν μπορεί να βάλει τελεία στην κρίση μας. Ο νους μας δικός μας είναι, όπως και η ζωή μας, όπου μόνο ένα τέλος υπάρχει. Επιπλέον, κανένας άνθρωπος δεν μπορεί να υπάρξει μόνος. «No man is an island» (κανένας άνθρωπος δεν είναι νησί), μας υπενθυμίζει ο Τζον Ντόουν.
Ο Ρούσκας μας φανερώνει το χώρο και το χρόνο μέσα στον οποίο υπάρχει, υπάρχουμε. Μαζί του λοιπόν, σ’ ένα ταξίδι με τον προαστιακό, βιώνοντας τις πρώτες αισθήσεις της μέρας. Στη συνέχεια τα επίθετα και ο λυρισμός υποχωρούν. Αυξάνονται οι μετοχές και τα ουσιαστικά. Βρισκόμαστε στο κέντρο της πόλης. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι όλη η πρόσληψη του ποιητικού κειμένου συμπυκνώνεται στην ειρωνική χροιά της τελευταίας λέξης «Διαχωριστικό». Εγκαταλείποντας τη «βρώμικη πόλη του καθαρού φωτός» ο ποιητής μας ταξιδεύει στο «Νείλο της ύπαρξής του». Ταξιδεύει στην πηγή του ποταμού της ύπαρξης, στη Γυναίκα – Γη. Προσηλωμένος σταθερά σ’ αυτήν είτε ως παιδί της είτε ως εραστής της. Την αγαπά τόσο που κάνει ποίημα την περίοδό της. Με μια παρομοίωση έμπλεη λυρισμού για τη γυναίκα – γη, αλλά και με μια χιουμοριστική μεταφορά, αναφερόμενος στην έμμηνο ρύση – ταμπού πολλών ζευγαριών.
Στη γυναίκα γη παλιννοστεί ο ποιητής μετά από μια ολιγόστιχη εξομολόγηση για το φευγαλέο της ζωής και τα μαρτύρια που επιφυλάσσει η καθημερινότητα. Χρησιμοποιεί εδώ, όπως και σε άλλα ποιήματα, πρόσωπα – σύμβολα της ελληνικής μυθολογίας. Τον Άτλαντα που φέρει το μέγα βάρος του κόσμου, τον αενάως βασανιζόμενο Σίσυφο, τη Λερναία Ύδρα – έτσι αποκαλεί το σύγχρονο πολιτισμό που τρώει τα παιδιά του. Επίσης σε ποίημα φανερώνεται, κυρίως, ο νόστος του ποιητή. Πατρίδα του είναι η γυναίκα – γη. Το άυλο πύαρ της – το πρωτόγαλα – θρέφει με στοργή και προφυλάσσει τον ξαναγεννημένο άνθρωπο κατά την πορεία του στον κόσμο. Ως άυλο παρέχεται στο ατίθασο πνεύμα, ως πύαρ προέρχεται απ’ το ερωτεύσιμο σώμα.
Ερώ σημαίνει: σφοδρώς επιθυμώ. Ένα ρήμα που χάθηκε στη γλωσσική περιπέτεια τόσων αιώνων. Κάτι που υποδηλώνει, ίσως, το ενοχικό τραύμα που προκάλεσε, στον άνθρωπο που θέλει σφοδρώς τον Άλλο, ο μεταγενέστερος πολιτισμός. Ο Ρούσκας, όμως, ερώ-μενος επιστρέφει, δίνοντας σάρκα και πνοή σ’ ένα αρχαιοελληνικό άγαλμα της Ήρας∙ πάντα ερωτευμένος με την αιώνια γυναίκα.
Και τι συμβαίνει όταν μέσα μας κατοικεί ο πόνος; Στην τελευταία ενότητα της συλλογής εκφράζεται το βίωμα του πόνου, του έντονου σωματικού πόνου, αλλά και μετουσιώνεται ποιητικά η προκύπτουσα αγωνία μιας πιθανής εξόδου απ’ τη ζωή.
Ο Γιώργος Ρούσκας μας δίνει ένα πρώτο καταληκτικό ποίημα, μια ποιητική σύνοψη ζωής. Εκκινώντας απ’ την Αχλύ, την πρώτη ποιητική συλλογή, όπου ξεχωρίζεις την κραυγή του πάσχοντος και ασφυκτιούντος ανθρώπου μέσα στο θόρυβο και την ομίχλη του σύγχρονου πολιτισμού. Συνεχίζοντας με τη σκευή των Αλεξίλυπων Σκιαλυτών, που αποπειρώνται να θεραπεύσουν τη λύπη και να ανακαλύψουν τις ρωγμές απ’ όπου περνάει το φως. Παλιννοστώντας στη Γυναίκα – Γη, με το Άυλο Πύαρ, η ποιητική διαδρομή διαυγάζεται, καθώς ο αφηγητής αποκτά την ωριμότητα του καιρού.
Μπορεί πια να παίζει σαν παιδί με την τέχνη του – άλλωστε η τέχνη δεν είναι, κατά την άποψη του Φρόυντ, η συνέχεια του παιδικού παιχνιδιού στην ενήλικη ζωή; Το παιχνίδι αυτό δεν σημαίνει ελαφρότητα, αντιθέτως, σημαίνει το νιώσιμο της βαρύτητας της ζωής καθώς πετάς ποιητικά κι ανεβαίνεις ψηλότερα για να δεις – όσο μπορείς να δεις – το όλον και, κυρίως, τον Άλλο. Η ενσυναίσθηση του Άλλου, του ίδιου του εαυτού, χαρακτηρίζει το Άυλο Πύαρ. Δεν είναι τυχαίο ότι ο λυρισμός του Ρούσκα ξεσπά σ’ ένα ερωτικό ποίημα μετουσίωσης της λύπης του Άλλου, της γυναίκας – γης.
Είναι ένα απ’ τα ερωτικά ποιήματα που συνήθως προσπερνάμε, αγνοώντας το τι κρύβει – φανερώνει ο προσλαμβανόμενος ως υπερβάλλων λυρισμός. Κι όμως, εδώ η βαθιά λύπη μετουσιώνεται απ’ την επιθυμία και τη φαντασία σε λαμπρό παρελθόν, που διαυγάζει το μέλλον. Και τα ίχνη της παλιάς λύπης γίνονται παντοτινά διαμάντια. Όπως και τα παλιά ωραία ποιήματα.
*Αναδημοσίευση από την ιστοσελίδα του περιοδικού (και όχι μόνον) Βακχικόν στο http://www.vakxikon.gr/content/view/1802/604/lang,el
