Αδιέξοδα στην τέχνη της ποιήσεως
Όμως,
δυσκολεύομαι,
μία γραμμή
επιτυχώς ν’ αποκληρώσω.
Τα αποσιωπητικά,
οχυρά φοβίας
και λοιπές κακοτεχνίες
έκφρασης στο αδιάβατο.
δικαία είναι
η αποβίβαση στο εφήμερο.
Υποδέχομαι
ερμηνείες χρέους σε ερείπια.
Αποσύρομαι,
γραφή ρυτιδιασμένη,
τόσο νέος,
δήθεν πλέον,
στο άψυχο σύρμα
της ακολουθίας των πράξεων.
Καλή αντάμωση.
____________________
Αλήθειας διάβημα
Παρατήρησε τους ανθρώπους.
Γέρασες κιόλας.
Είσαι από ώρας
θεατός από τους λόφους.
Βύθισε το σώμα σου ένα βράδυ,
λόγιε κηφήνα.
Νοίκιασε μνήμα
και μη μολύνεις το λιβάδι.
Άνοιξε το βήμα σου κοχλία..
έφθασες κιόλας.
Είσαι από ώρας
αρεστός στην υγρασία.
Προικισμένη μου ξυλοκαϊνη
έχεις μου τόση
ζωή νεκρώσει
που το υπόλοιπό μου εκκρίνει
βιαστική κι απροετοίμαστη
αυτοκτονία.
Μα απ’ τη μία,
θα αφόριζαν μια ασίγαστη
επιθυμητή ελευθερία
που θα ομοίαζε
μ’ ατύχημα;
_________________
Άξιον Άλας
Κάθε που βρέχει, μιλάει το χώμα.
Αλωνάρι της παγκόσμιας οσμής
που τα λίθινα χαμόγελα λασπίζει.
Κάθε που βρέχει, βαθιά πνευμόνια
λευτερώνουν τη χωμάτινη οδό.
Χαρά σ’ Εκείνη που με θήλασε Θεό!
Και κάθε φορά, βρέχει αφαίρεση.
Τα πεθαμένα χείλη, τα φύλλα ξεδιψούν.
Τα μαραμένα ποτίζει ο Γαμπρός.
Στο νεκροπόταμο τη βροχερή ημέρα,
από τον ήχο του νερού καταλαβαίνεις.
Το ροντέο της ζωής είναι στους τάφους.
*Αναδημοσίευση από τοην ιστοσελίδα του λογοτεχνικού περιοδικού “Σοδειά” στη διεύθυνση http://www.sodeia.net/
