Περπατά ανάμεσα από μηχανάκια κι αυτοκίνητα,
παραμιλώντας.
“Ν’ αγαπάς να μην τελειώνει
πολύχρωμα σκιρτήματα να δρασκελούν
τις πλάκες του κενού ο καιρός να ποτίζεται
από τα νεαρά που με διασχίζουν ρείθρα
δάκρυα
στάζει
ολοένα
ποντίκια πληθαίνουν στους αγωγούς”.
Μισή τη βρίσκει στο περβάζι
ο φανοστάτης κάθε σούρουπο.
Μια τέτοια ώρα εγώ, παιδί της γειτονιάς,
πήγα κοντά της:
“Τι περιμένεις;
Πάρε το σπάγκο που δένει τα παιχνίδια μου
με τους καιρούς που θα ‘ρθουν.
Ξετύλιξέ το, δέσε το με ό,τι εσύ θελήσεις”.
Από άκρη σ’ άκρη στο πρόσωπό μου
το βλέμμα της περπάτησε:
“Πόσο επηρεάζουν οι υποψίες τις μέρες μου.
Άλλος κρατάει τα μαλλιά, άλλος τα όποια
ρούχα μου κι άλλος την τελευταία απόφαση
που αναιρώ με το πρωί.
Άφωνο παράθυρο που μόνο δείχνεις
και τώρα με γελάς.
Τη μοίρα μου δεν τη χωνεύω
μα ό,τι θέλει κάνω”.
Πέρασε από δίπλα μου, δεν μ’ είδε.
Επαναληπτικά τη σημειώνουν οι βιτρίνες να φεύγει.
Μια ξαφνική νεροποντή πέφτει πάνω στις σκέψεις μου.
Ένα σκίρτημα αφήνει να σπαρταρά
κρύες σταγόνες να ραντίζει
έναν ελάχιστο, μικρούλη χρόνο.
*Το ποίημα αναδημοσιεύεται από το ιστολόγιο της ποιήτριας “Ηλιόδεντρον” στη διεύθυνση http://hliodendron.blogspot.com
