Αν είναι να ακριβολογούμε με τις λέξεις, ο συγγραφέας Πέτρος Κουτσιαμπασάκος που πέθανε στα 48 του χρόνια, ήταν σχεδόν γείτονάς μου και σχεδόν φίλος μου. Ο Πέτρος έμενε στα Άνω Πετράλωνα όταν εγώ έμενα για πολλά χρόνια στα Κάτω. Η ξενιτιά κι ο θάνατος δεν μας έδωσαν περισσότερο χρόνο…
Συναντιόμασταν, πίναμε, τρώγαμε, κουβεντιάζαμε, με άλλους οι μόνοι μας, στην Πλατεία Μερκούρη, στου Οικονόμου, ή στο Ζέφυρο βλέποντας «Το γεράκι της Μάλτας» και άλλα κλασικά του σινεμά. Μια δυο φορές συναντηθήκαμε και στο Φίλιον… Τη γνωριμία μας την οφείλαμε στον διηγηματογράφο Ηλία Παπαμόσχο.
Η τελευταία εικόνα που έχω στο μυαλό μου από τον Πέτρο είναι σχεδόν εικαστική… Πέρυσι τον Απρίλη ενώ καθόμουν σχεδόν ολομόναχος σε βαγόνι του Μετρό με κατεύθυνση το σταθμό του Αγίου Δημητρίου, αυτός καθόταν ολομόναχος, όχι σχεδόν, ήταν ολομόναχος σε μια καρέκλα της αποβάθρας της Δάφνης διαβάζοντας ένα βιβλίο, νηφάλια, χαμηλότονα, προσεχτικά…
Τον αδερφό του σκηνοθέτη Δημήτρη Κουτσιαμπασάκο τον αποκαλούσε πολλές φορές στις κουβέντες μας το αδερφάκι μου… Ήμουν αυτός που του μετέφερα τηλεφωνικά την καλή υποδοχή που επεφύλαξαν οι σινεφίλ στην πρεμιέρα του ντοκιμαντέρ του αδερφού του «Ο μανάβης» στο Φεστιβάλ ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης. Χαιρόταν με τις επιτυχίες του μικρού του αδερφού, στενοχωριόταν με τα όποια καλλιτεχνικά του ζόρια.
Μου έκανε το τραπέζι στου Οικονόμου λίγο πριν φύγω για την Αυστραλία. Κουβεντιάσαμε για το πόσα μας χρωστούσαν οι εργοδότες μας, για τη μπάντα που έπαιζε, για το μικρό που απόκτησα. Είπαμε να τα λέμε. Τα λέγαμε επιγραμματικά και διαδικτυακά από την ώρα που έφυγα για τους αντίποδες. Που να ξέραμε…
Μου άρεσαν και τα δύο του βιβλία, τα διηγήματά του, το μυθιστόρημά του, θεωρούσα, του το είπα, το αποδεχόταν, το πίστευα, στην οκταετία που μεσολάβησε ανάμεσα στην έκδοση του πρώτου του και του δεύτερου βιβλίου μεγάλωσε λογοτεχνικά ως μέγεθος.
«Εσείς οι λόγιοι». του έλεγα για να τον πειράξω… «Το έχεις κι εσύ», μου απαντούσε…
Ο τρόπος με τον οποίο καταπιάνεται με την παιδική ηλικία στο βιβλίο του «Πόλη Παιδιών» μου θύμησε ένα κινηματογραφικό ημίωρο στο Παρίσι του 1956, στην ταινία «Το κόκκινο μπαλόνι»… Δεν την έχω δει μου είπε, θα τη δω, δεν ξέρω αν πρόλαβε…
Δωρητής οργάνων, κλινικά νεκρός εδώ και εβδομάδες ο Πέτρος, διορθωτής και μουσικός για λόγους βιοποριστικούς, καταγόταν από χωριό, μεγάλωσε σε Ίδρυμα, σπούδασε στο Πάντειο, ήταν πολύ καλός συγγραφέας και… Ήταν σχεδόν φίλος μου, αν είναι να ακριβολογούμε με τις λέξεις…
Υ.Γ. Ακολουθεί συζήτηση του συγγραφέα αυτού του κειμένου με τον Πέτρο Κουτσιαμπασάκο για το βιβλίο του «Πόλη Παιδιών» μπορείτε να διαβάσετε στην ανάρτηση http://endeaneos.blogspot.com.au/2013/02/blog-post_19.html
(Δημοσιεύτηκε στις 9/1/2014)
«Πόλη παιδιών». Μια συζήτηση με το συγγραφέα Πέτρο Κουτσιαμπασάκο
«Τα πόδια του πατούσαν σε κλαδί, με τα χέρια σηκωμένα πιανόταν από άλλο κλαδί. Υπήρχε κι ένα μπροστά στο στήθος του, αλλά δεν τον εμπόδιζε. Έκανε ακόμα ένα πλάγιο βήμα-απομακρυνόταν κι άλλο από τον κορμό. Πριν αφήσει το βάρος του να πέσει, ζύγισε το κάτω κλαδί. Τον άντεχε. Έφερε το πίσω χέρι εμπρός. Όπως ήταν, άφησε το ένα χέρι, αυτό που έμεινε πίσω, κι έριξε το βάρος του μπροστά-το σώμα του, διαγώνια γραμμή, κρεμόταν στον αέρα. Έπιασε το κλαδί από το διπλανό κυπαρίσσι, το γράπωσε από τη μέση. Στάθηκε για λίγο έτσι, ανάμεσα στα δύο κυπαρίσσια, με τις αρθρώσεις τραβηγμένες, το κορμί τεντωμένο. Ζύγισε πάλι το καινούριο κλαδί-αυτή τη φορά με τα χέρια, εκεί έριξε το βάρος του. Τον άντεχε. Τότε, δίχως άλλη σκέψη, λύγισε τα γόνατα, όσο μπορούσε, κι έδωσε ένα σάλτο. Την ίδια στιγμή άφηνε το χέρι, το πίσω. Πετούσε στον αέρα. Του άρεσε πάνω στα δέντρα, ξεχνιόταν. Δεν περπατούσε στο χώμα, ήταν ψηλά. Αυτός και το σώμα του. Όλα τα άλλα έμεναν κάτω και γίνονταν μικρά, μικρότερα απ’ αυτόν…».
Έτσι ξεκινάει το μυθιστόρημα του Πέτρου Κουτσιαμπασάκου «Πόλη παιδιών».
Tους τελευταίους μήνες, παρόλο που η κρίση έχει επηρεάσει σε σημαντικό βαθμό τη βιβλιοπαραγωγή στη χώρα μας, έχουν εκδοθεί αρκετά λογοτεχνικά βιβλία. Ένα από τα βιβλία αυτών των μηνών που ξεχωρίζει, είναι το μυθιστόρημα του Πέτρου Κουτσιαμπασάκου «Πόλη παιδιών», που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Πατάκη. Το βιβλίο έχει ήδη γνωρίσει, δικαιολογημένα, τα καλωσορίσματα της ελληνικής κριτικής (π.χ. Κ. Παπαγιώργης στη «Lifo», Β. Χατζηβασιλείου στο «Βήμα», Κ. Αγοραστός στο «bookspress.gr» κ.α.).
Το μυθιστόρημα, που τοποθετείται χωροχρονικά στο πρώτο μισό της δεκαετίας του 1970, σε μία από τις δεκάδες παιδοπόλεις της Ελλάδας, που λειτούργησαν από το 1947 μέχρι το 1998, είναι, κατά την άποψή μου, πρωτίστως, μια λογοτεχνική αφήγηση της παιδικής ηλικίας, στα χρόνια του Δημοτικού. Είναι μια θέαση του κόσμου (εσωτερικού και εξωτερικού) μικρών και μεγάλων, μέσα από τα μάτια των παιδιών. Η Παιδόπολη, τα παιδιά της, ο πρωταγωνιστής του μυθιστορήματος, Γιώργος Χαλκίτης, μπορούν να θεωρηθούν, συν τοις άλλοις, απλώς και ως σκηνικά και «εργαλεία», για την αφήγηση του κόσμου των παιδιών, μπορούν να θεωρηθούν ως κάτι «ανάλογο» με το Παρίσι του 1956 και τον κόσμο των παιδιών και των μεγάλων, στην εμβληματική ταινία του Albert Lamorisse «Le Ballon rouge – Το κόκκινο μπαλόνι»…
Με αφορμή την κυκλοφορία του πολύ καλού βιβλίου «Πόλη παιδιών», σήμερα, συζητάμε με το δημιουργό αυτού του μυθιστορήματος τον Πέτρο Κουτσιαμπασάκο.
Πέτρο, «επιστρέφεις» με βιβλίο έπειτα από 8 χρόνια. Ξεκίνησες με τη συλλογή διηγημάτων «Η σκεπή» και συνεχίζεις με ένα μυθιστόρημα. Τι μεσολάβησε λογοτεχνικά σε αυτό το διάστημα επώασης; Ως σπουδή και ως γραφή.
«Μεσολάβησαν βιβλία. Διάβασμα. Για αυτομόρφωση καθώς και για αναγνωστική απόλαυση. Πέρασα καλά. Αλλά και πολλές ώρες στον καναπέ παρατηρώντας το ταβάνι ή βλέποντας έξω από το παράθυρο του σαλονιού τους δρόμους – για έναν που γράφει κι αυτή δουλειά είναι. Επίσης συγγραφικές απόπειρες, που κάποιες μπορεί να ανασυρθούν στο μέλλον και άλλες να μείνουν για πάντα κλεισμένες στο συρτάρι. Ώσπου είπα ‘‘εδώ είμαι’’. Το βρήκα το θέμα. Μετά άρχισε το γράψιμο, δουλειά καθημερινή, με ωράριο, σχεδόν χειρωνακτική. Δουλειά που για να ολοκληρωθεί χρειάστηκαν χρόνια».
Πώς και γιατί έφτασες από το διήγημα στο μυθιστόρημα;
«Δεν υπήρχε πρόθεση από τη μεριά μου. Το ίδιο το θέμα με οδήγησε. Μαζί με την αντιμετώπισή του, σου υποδεικνύει και την έκστασή του, τα όρια μέσα στα οποία μπορεί καλύτερα να υπάρξει, το χώρο όπου ελεύθερα ανασαίνει. Έτσι έφτασα στο μυθιστόρημα.
Τα μεγέθη ήταν διαφορετικά. Τότε ανακάλυψα πως έπρεπε να γίνω κολυμβητής μεγάλων αποστάσεων ή, άλλες στιγμές, μαραθωνοδρόμος. Όλα τριγύρω ίδια, μεγάλη η απόσταση και το τέρμα να μη φαίνεται».
Είναι το γράψιμο -το συγκεκριμένο μυθιστόρημά σου για παράδειγμα- και ένα «ξεκαθάρισμα» λογαριασμών; Πρώτα από όλα με τον ίδιο μας τον εαυτό; Είναι η λογοτεχνία και αυτοβιογραφία, με ή χωρίς εισαγωγικά, συν τοις άλλοις;
«Αυτό που προέχει είναι τα βιβλία να αφορούν τους άλλους, με έναν τρόπο να τους εμπεριέχουν, ώστε διαβάζοντάς τα να βρίσκουν τον εαυτό τους. Δηλαδή, να οδηγούν στον Άλλον. Όλα τα παραπάνω μπορεί να υπάρχουν, και η αυτοβιογραφία και το ξεκαθάρισμα, σε χαμηλότερα ή υψηλότερα επίπεδα, εξάλλου όλα τα βιβλία των μεγάλων συγγραφέων γύρω από ένα θέμα περιστρέφονται – κι αυτό σημαίνει πολλά. Αλλά δεν είναι αυτό το ζήτημα. Αν δεν επιτυγχάνεται αυτή η μετάβαση, καταλήγουν προσωπικές εξομολογήσεις».
Ας μιλήσουμε για το συγκεκριμένο σου βιβλίο τώρα. Πέρα από το τι διαβάζει σε αυτό ο κάθε αναγνώστης και ο κάθε κριτικός, εσύ τι προσπάθησες να κάνεις με την πόλη παιδιών;
«Δεν μπορώ να απαντήσω με σιγουριά. Στο γράψιμο πολλά πράγματα λειτουργούν ερήμην του γράφοντος, τα οποία διαποτίζουν τις σελίδες. Επιπλέον, έχεις μια αίσθηση την οποία προσπαθείς να εικονοποιήσεις γράφοντας και την οποία δεν μπορείς να χαρακτηρίσεις, κάτι χάνεται. Καταρχήν ήρωας είναι ένα εντεκάχρονο παιδί, ο Γιώργος Χαλκίτης, το οποίο, λόγω των συνθηκών, προσπαθεί μόνο του να καταλάβει τα πράγματα γύρω του, να ανοιχτεί ανοίγοντας τον εαυτό του. Να βρει τον κομμένο ομφάλιο λώρο που τον συνδέει με την προηγούμενη οικογενειακή ζωή του. Μέσα σ’ ένα ανοίκειο χώρο, το χώρο μιας παιδόπολης, των κρατικών ιδρυμάτων όπου στο δεύτερο μισό του αιώνα που μόλις μας άφησε πολλά παιδιά βρέθηκαν για διάφορους κοινωνικούς λόγους. Η οπτική του γωνία είναι η και η θέαση του αφηγητή, ο λόγος προσπαθεί να ανασυστήσει την παιδική φωνή».
Ποιες είναι οι λογοτεχνικές σου επιρροές ελληνικές και ξένες;
«Δεν ξέρω, δεν έχω συνείδηση καλύτερα, και θα ήθελα να ακούσω την απάντηση σ’ αυτή την ερώτηση από άλλους. Σίγουρα υπάρχουν, υπόγεια, ανάμεσα στις προτάσεις, στο χτίσιμο της δομής, αλλά, όπως είπα δεν έχω συνείδηση. Επιπλέον, κατά τη διάρκεια της γραφής, προσπαθώ να τις ξεχνάω. Δεν νομίζω πως εντέλει λειτουργούν υπέρ του κειμένου. Υπάρχουν συγγραφείς που με συντρόφευαν για μεγάλα διαστήματα και ακόμη με συντροφεύουν. Τα ονόματα είναι πολλά. Ενδεικτικά θα ανέφερα τον Φλωμπέρ και τον Δημήτρη Χατζή».
Μπορείς να γράψεις καλή λογοτεχνία όταν συντρέχουν κι άλλοι λόγοι χωρίς οριακά βιώματα; Πόσο βιωματική, αυτοβιογραφική κατά κάποιο τρόπο είναι η λογοτεχνία;
«Νομίζω πως ναι. Από τη στιγμή που συντρέχει ένας πραγματικός λόγος, χωρίς να είναι κατ’ ανάγκη βίωμα, μπορεί να γραφεί καλή λογοτεχνία. Υπάρχουν πάμπολλα βιβλία που είναι μακριά από την αυτοβιογραφία και τα πρωτογενή συναισθήματα, και είναι υπέροχα. Θεωρώ σημαντικότερο να σε ‘‘καίει’’ το θέμα του, αυτό που θέλεις να πεις να σε απασχολεί πολύ πριν ξεκινήσεις να το γράφεις. Η λογοτεχνία, στην προσπάθειά της να δείξει τι είναι ζωή, μπορεί να είναι βιωματική μπορεί και όχι, εκτός από την καρδιά, υποφέρει και το μυαλό. Από τη στιγμή που γράφεται όμως ένα βιβλίο, ο κόσμος που περιγράφει αποκτά τη δική του αυθυπαρξία, το βίωμα αποδεικνύεται βίωμα μέσα από τις σελίδες του».
Διηγήματα ή μυθιστόρημα το επόμενο βιβλίο;
«Όπως είπα, τη μορφή του επόμενου βιβλίου θα την επιβάλει το θέμα του. Σε καμία περίπτωση δεν θεωρώ τη επιστροφή στο διήγημα πισωγύρισμα, ούτε φυσικά το πέρασμα στο μυθιστόρημα προχώρημα. Η καλή πεζογραφία είναι μία».
*Τα δύο κειμενα και οι φωτογραφίες της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από το http://endeaneos.blogspot.com
Δημοσιεύτηκε στις 19 Φλεβάρη 2013.

