Πηγαίνω ονειρεύοντας δρόμους
το απόγευμα. Οι λόφοι
χρυσοί, το πράσινο των πεύκων,
οι σκονισμένες βελανιδιές!…
Πού πάει ο δρόμος;
Πηγαίνω τραγουδώντας, ταξιδεύοντας
κατά μήκος της διαδρομής…
-Το απόγευμα πέφτει αργά-.
‘Μες στην καρδιά είχα
το αγκάθι ενός πάθους.
Κατάφερα και το έβγαλα μια μέρα,
και τώρα δεν μπορώ να νιώσω την καρδιά’.
Κι ο τόπος όλος μια στιγμή
μένει, βουβός και ζοφερός,
να συλλογιέται. Ηχεί ο αέρας
ανάμεσα στις λεύκες στο ποτάμι.
Πιο σκοτεινό τώρα το απόγευμα,
κι ο δρόμος που έρπει
και ίσα που ασπρίζει,
θολώνει και εξαφανίζεται.
Το τραγούδι μου επιστρέφει σε θρήνο:
‘Οξύ αγκάθι χρυσαφένιο,
Αχ να μπορούσα να σε νιώσω
Μπηγμένο στην καρδιά’
*Ελεύθερη απόδοση: Μαρία Θεοφιλάκου. Το ποίημα και η εικόνα της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από το http://trenopoiisis.blogspot.com.au/2013/12/antonio-machado-yo-voy-sonando-caminos.html
Yo Voy Soñando Caminos
Yo voy soñando caminos
de la tarde. ¡Las colinas
doradas, los verdes pinos,
las polvorientas encinas!…
¿Adónde el camino irá?
Yo voy cantando, viajero
a lo largo del sendero…
-La tarde cayendo está-.
‘En el corazón tenía
la espina de una pasión;
logré arrancármela un día;
ya no siento el corazón.’
Y todo el campo un momento
se queda, mudo y sombrío,
meditando. Suena el viento
en los álamos del río.
La tarde más se oscurece;
y el camino que serpea
y débilmente blanquea,
se enturbia y desaparece.
Mi cantar vuelve a plañir;
‘Aguda espina dorada,
quién te pudiera sentir
en el corazón clavada.’
