Ο Μαρσέλ Προύστ γεννήθηκε στο Οτέιγ, γιός Εβραίας μητέρας (ο πυρήνας της ύπαρξης του — αν και πέθανε το 1905 — από τον ερχομό του στη ζωή μέχρι το τέλος της) κι ενός διακεκριμένου γιατρού, ο οποίος επινόησε την φράση cordon sanitaire (σερβιέτα). Μερικοί τον θεωρούν ως τον μεγαλύτερο συγγραφέα του εικοστού αιώνα, και άλλοι ως μια σπουδαία περίπτωση.
Από ηλικίας εννέα ετών ο Προύστ υπέφερε από χρόνιο άσθμα, αλλά υπηρέτησε στον Στρατό για ένα χρόνο (1889-90). Επρόκειτο για μια πασίγνωστη και διασκεδαστική φυσιογνωμία στους κοσμικούς κύκλους των Παρισίων μέχρι τις αρχές του αιώνα, όταν αποσύρθηκε στο φημισμένο με φελλό επιστρωμένο δωματιό του στην Boulevard Haussmann για ν’αφοσιωθεί στο μυθιστόρημα Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο (A la recherche du temps perdu) που προετοίμαζε από νεαρή ηλικία, και που δημοσιεύτηκε σε επτά τόμους, οι τελευταίοι τρεις μετά θάνατον.
Από νωρίς, πριν ακόμα τον αντιμετωπίσουν με τη δέουσα προσοχή σαν συγγραφέα, ο Προύστ είχε μεταφράσει και εκδώσει από τα γραπτά του Άγγλου δοκιμιογράφου, κριτικού και μεταρρυθμιστή Τζών Ράσκιν (1819-1900). Το γλαφυρό Χαρές και λύπες (Les plaisirs et les jours, 1896). Το ημιτελές μυθιστόρημα, Jean Sauteuil, που βρέθηκε και δημοσιεύθηκε μετά τον θανατό του (1952 & 1954), και που περιέχει αποσπάσματα σε εμβρυακή κατάσταση του Αναζητώντας… Και τις κριτικές και ενδοσκοπικές μελέτες, Μέσω Σαίντ-Μπεβ (Contre Sainte-Beuve, 1954).
Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο (1913-27) είναι ο συλλογικός τίτλος έργου ζωής. Δημοσίευσε τον πρώτο τόμο με δικά του έξοδα το 1913, αλλά με μικρό βαθμό υποδοχής από το κοινό, μάλλον λόγω του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου. Όμως το 1919, έχοντας εν τω μεταξύ γίνει ευρύτερα γνωστός, La Nouvelle Revue Française εξέδωσε τον δεύτερο τόμο, και ο Λεόν Ντοντέ, γιος του Αλφόνς Ντοντέ (1840-97) και αντισημίτης — αργότερα και συνεργάτης των Ναζί — μεσολάβησε να επιδοθεί σ’ αυτόν τον κατά το ήμισυ Εβραίο, υπερασπιστή και οπαδό του Αλφρέντ Ντρεϋφούς (1859-1935), το Βραβείο Γκονκούρ. Τα τελευταία τρία χρόνια της ζωής του ο Προύστ ήταν διάσημος. Περνούσε τον περισσότερο καιρό στο κρεβάτι φορώντας ένα γούνινο παλτό, συγγράφοντας, και μόνο τα βράδυα να βγαίνει προς άγραν θεματικής ύλης.
Ο Προύστ ήταν εκ φύσεως άρρωστος και χρησιμοποιούσε την αρρώστια του για να προστατεύσει τόσο τον εαυτόν του όσο και την τέχνη του. Ήταν επίσης πρόσωπο που υπέφερε από νεύρωση, και που οφείλετο ως επί το πλείστον στην ομοφυλοφιλία του, την οποία απεχθάνετο αν και εντρυφούσε σ’ αυτήν. Ο Προύστ ήταν υπέρμετρα ευαίσθητος και συχνά ένθερμα καλοσυνάτος, αλλά όχι αθώος σαδιστικής μοχθηρίας, όπως όταν έβαζε να βασανίσουν αρουραίους και να τους χώνουν καρφίτσες, μια διαδικασία η θέα της οποίας τον έφθανε σε οργασμό. Ωστόσο υπάρχει κωμικότητα και θαλερότητα στην γραφή του, το αποτέλεσμα μιας προσήλωσης διόλου ευαίσθητη, αρρωστιάρικη ή εξεζητημένη, αλλά αντιθέτως απίθανα σκληρή. Στην τέχνη ο Προύστ είχε πλήρη επίγνωση του εαυτού του. Όπως ο Γκουστάβ Φλομπέρ (1821-80), και πολλοί από τους διαδόχους του, πίστευε ότι η τέχνη είναι το μόνο πραγματικό σύμπαν.
Ο αφηγητής του Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο ονομάζεται Μαρσέλ. Μοιάζει του Προύστ με το να είναι νευρωτικός, ευαίσθητος και ασθματικός. Αλλά δεν είναι ούτε μισός Εβραίος ούτε ομοφυλόφιλος (χαρακτηριστικά που οδηγούν σε μπερδέματα και παραποιήσεις, αν και μερικοί υποστηρίζουν ότι γι’ αυτά υπάρχει διασαφήνιση). Σχεδόν όλοι οι εκλεκτοί ή τα ενδιαφέρων πρόσωπα της Παριζιάνικης κοινωνίας την εποχή του Προύστ σχετίζονται με το μυθιστόρημα, πάντως ουδείς ήρωας είναι κάποιος «πραγματικός» άνθρωπος. Ακόμα και ο ομοφυλόφιλος Βαρόνος ντε Σαρλού, πλην του ότι έχει πρότυπο τον ποιητάκο Κόντε Ρομπέρ ντε Μοντεσκιού, συνδυάζει γνωρίσματα που επιδεικνύουν διάφορες άλλες προσωπικότητες. Ο Προύστ είχε βαθειά συναίσθηση ότι δημιουργούσε έναν φανταστικο κόσμο στο χαρτί, αντί να περιγράψει έναν αληθινό. Πίστευε πως ο φανταστικός κόσμος είναι ανώτερος του αληθινού καθώς (όπως είπε κι ο Αριστοτέλης για την ποίηση) «οι δηλώσεις του είναι το είδος των οικουμενικών».
Το Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο προέρχεται από μια συγκεκριμένη μεταφυσική αντίληψη του ανύπαρκτου και ανατρεπόμενου χρόνου, την δύναμη της αίσθησης παρά την διανοητική μνήμη για να ξαναβρεί το παρελθόν, και την επακόλουθη δυνατότητα του υποκείμενου να εξαπατήσει τον χρόνο και τον θάνατο. Ο Προύστ έφερε ως παράδειγμα πώς η γεύση του κέικ που βουτάς σ’ ένα φλιτζάνι τσάι ξυπνάει μια ακούσια μνήμη που απλώνεται σαν τα κυματάκια από μια πέτρα ριγμένη στην λίμνη. Ο Προύστ επέστρεψε στα «άμεσα στοιχεία της συναίσθησης», όχι για φιλοσοφικούς λόγους αλλά επειδή ζητούσε να τελειοποιήσει, δια μέσου της τέχνης, μια ζωή που του ήταν σπαρακτική. Έτσι, όταν ήταν στα τελευταία του, προσπαθούσε να τελειοποιήσει ένα απόσπασμα του μυθιστορήματος που περιέγραφε τον θάνατο του μυθιστοριογράφου, Μπεργκότ.
Αν ο Προύστ δεν ήταν ένας υπέροχος στυλίστας, δεν θα μπορούσε ν’ αποτρέψει αυτό το πλήθος αναλυτικού υλικού από το να είναι βαρετό. Αλλά αν και συχνά είναι δυσνόητος, σε καμιά περίπτωση δεν είναι αφηρημένος όσον αφορά τις έννοιες και την σκέψη του. Όλες οι διαδικασίες, όλες οι εξελίξεις που περιγράφει είναι τα δεδομένα της ζωής. Βέβαια μπορεί κανείς να τον επικρίνει για μερικά ανιαρά μέροι, ιδιαιτέρως όταν το παρατραβάει σχετικά με την κοινωνική κλίμακα. Και πάλι, ο ομοφυλοφιλικός έρωτας μάλλον τονίζεται εις βάρος του (προς αποφυγήν του υποβολιμαίου όρου «φυσιολογικού») ετεροφυλοφιλικού. Ωστόσο, και αναμφισβήτητα, Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο είναι από τα σπουδαιότερα μυθιστορήματα που έχουν γραφτεί παγκοσμίως. Θα αντέξει στον χρόνο, ο κόσμος θα εξακολουθεί να το διαβάζει, ακόμα κι όταν η λατρεία για τον Προύστ, με τις διάφορες ασήμαντες, υπεροπτικές και επιπόλαιες γνώμες, θα ανήκει στο παρελθόν.
ΓΡΑΜΜΑ ΣΤΟΝ MARCEL PROUST
Αγαπητέ μου Marcel
Ήταν καθολική η μητέρα μου κι η δική σου
ήταν Εβραία, μα τι πειράζει;
Είμαστε κι οι δυο αδελφοί κάτω από την επιδερμίδα…
Σε διάβαζα από μικρός και ταράχτηκα
σαν έμαθα πως είχες άσθμα, πως έβηχες,
πως έγραφες στο κρεβάτι σου φορώντας ένα γούνινο παλτό,
πως περνούσες τις ώρες σου σε μια κάμαρα ντυμένη με φελλό,
πως εκλιπαρούσες κάποιον pour un peu d’ amour.
Οι πέντε μας αισθήσεις είναι ενιαίες και αδιαίρετες.
Σ’ ευχαριστώ γι’ αυτό. Γιατί μ’ έκανες να το αντιληφθώ.
Μάθε πως ο Cocteau (αφού είχες πια πεθάνει)
χάρισε μια κάρτα σου (σκεφθείτε ένα χειρόγραφο του Marcel Proust)
σ’ έναν ωραίο νέο Αμερικάνο.
Η κάρτα έγραφε: “Jean σε περιμένω να
πάρουμε το τσάι μας απόψε.” Μια φράση σκέτη.
Τίποτ’ άλλο. Δεν έγραψε: “… με βουτήματα.”
Δεν χρειαζόταν.
Έχουμε κάτι το κοινό εκτός από τη λογοτεχνία,
και το σεξουαλικό. Κάθε θόρυβος υπερβολικός
με ενοχλεί, με διαπερνά σαν έμβολο,
μ’ εξουθενώνει και ζητώ -όπως κ’ εσύ ακριβώς-
τον προστατευτικό φελλό. Φελλός. Φαλλός.
Ίδια σχεδόν ακούγονται…
Φίλτατε Marcel, σε πληροφορώ πως ήσουν ο αγαπημένος συγγραφέας -ποιανού νομίζεις:
του στρατάρχη Τίτο. Στην αρχή δυσκολεύτηκα να το πιστέψω,
όμως υπάρχει μες στο έργο σου μια στρατηγική.
Άλλη λέξη δεν υπάρχει…
Ο χρόνος είναι στρατηγός, οδηγητής στο μυθιστόρημά σου.
Είχες δίκιο να πιστεύεις πως η μνήμη ενός συμβάντος
είναι πιο δυνατή κι από το ίδιο το συμβάν.
Καλέ μου Marcel, τι τύραννος είναι αυτή η μνήμη.
Γλυκός. Πικρός. Ανεξολόθρευτος.
Το παρελθόν μας είναι και το παρόν,
ακόμη και το μέλλον μας, δεν είναι έτσι;
Παραξενεύτηκα -και γοητεύτηκα- σαν έμαθα
πως έβαζες να τρυπούνε με καρφίτσες τα ποντίκια,
για να επιταχύνεις την εκσπερμάτωσή σου.
Δεν βαριέσαι. Ολόκληρη η ανθρωπότητα είναι μια αλυσίδα
διαφθοράς! Σε σκέφτομαι με διάρκεια Marcel,
γιατί η σκέψη είναι ρευστή, ελαστική και επανερχόμενη.
Κ’ ένα αγαπημένο πρόσωπο τρέφεται από τη σάρκα μας,
όπως τα γένια του προσώπου μας κι η διαστροφή,
όχι πως είναι μια άλλη πλευρά της αρετής
αλλά, να, μια απλή συναλλαγή με τους υπόλοιπους
ανθρώπους.
*ΝΙΚΟΣ ΣΠΑΝΙΑΣ, από τη συλλογή του ΑΜΕΡΙΚΗ, εκδόσεις ΟΔΟΣ ΠΑΝΟΣ
