Το κεφάλι ακουμπισμένο
στον ρου της ιστορίας
βλέπω τα είδωλα των όποιων θεών
και τους ανδριάντες
των αυτοκρατόρων να γκρεμίζονται
οι πύλες του κόσμου ανοίγουν
με θεσπέσιους κρότους
καλπάζει η νέα βία
στη μήτρα των γυναικών
αλλά και της ιστορίας
με μαρμαρυγές στα μάτια μας
και λάμψεις
όμοιες με ρομφαίες
με ιστιοφόρα
στα πελάγη του χαμού
και της ομίχλης
έρχονται οι πολέμαρχοι
με κόκκινες χλαμύδες
και πορφυρούς μανδύες
ν’ ανεμίζουν πλουμιστοί
εδώ σ’ αυτή την αντάρα
γεννιέμαι
στις κλαγγές τους
αντρώνομαι
σε φονικά και φοβέρες
αλλά λίγο μετά
βλέπω τ΄αδέλφια μου
να φεύγουν όπως-όπως
γι’ άλλες Αλεξάνδρειες
η πληγή μου
μένει ορθάνοιχτη
και αιμορραγούσα
