χάραζε
την ώρα που μια σκέψη
έσκαβε την ερημιά
μέχρι τα έγκατα της απόγνωσης
και η ανησυχία τυλιγόταν στο κορμί του
όπως το χέρι του μικρού στους ρόζους
της αιώνιας παλάμης
πριν βγει ο ήλιος
πήγε κι ακούμπησε
στην πλάτη μιας ανάμνησης
συντόνισε την ανάσα του με το σφυγμό της
κι έγειρε στα γόνατά της
αν έχτιζαν μια πόλη στο στήθος του
θα έβρισκε την αφορμή
μ’ ένα σιωπηλό σεισμό
σκόνη να την κάμει
κι ύστερα να μαζεύει
από τα συντρίμμια
τα αιώνια σχέδια
και τις τριμμένες προσδοκίες
21.12.13
*Το ποίημα και η εικόνα της ανάρτησης πάρθηκαν από τη σελίδα του Ελ. Βγενόπουλου στο facebook.
