Τη Λίλιθ
που κυλιέται στο σκοτάδι
γυμνή και ανασαίνει
με βράγχια αμφίβιου
Άρπυια και δαίμονας και Γάτα
ξεσκίζει, καταστρέφει, καίει, διαλύει
όχι τη μαλακή πειθήνια Εύα
με το κορμί ροδάκινο
αλλά την αλλοπαρμένη, μόνη Λίληθ
που ‘χει δυο πανσέληνους στο στήθος
που κατακόκκινη γίνεται μήλο
που από καταπακτή πέφτει στην Άβυσσο
Τη Λίληθ του Κάτω Κόσμου
που γερνά
*Από την πρόσφατη ποιητική συλλογή της Χλόης Κουτσουμπέλη “Στον αρχαίο κόσμο βραδιάζει πια νωρίς” (εκδ. Γαβριηλίδης)
