Το ξέρω,
οι καπνισμένοι δρόμοι,
η γνωριμία:
δίπλα σε σωρούς αναμνήσεων
και τα φεγγάρια,
να καίγονται
σε άδειες τσέπες:
οι σκέψεις σου,
μέσα από μαύρες πόρτες με επίχρυσα όρνεα,
σε στίγματα να σκορπούν
από πιστολιές
αγνώστων
και το πιάνο
να είναι ανθρωποφάγο,
σάρκες
με πλήκτρα,
και παίζει μονότονα:
τη ζωή σου με αντιβίωση,
μια τραγωδία
στο παλιό πανδοχείο,
με μπόλικες γουλιές φτηνού ποτού
και οργισμένων
επιβητόρων,
ήταν,
που σαστισμένη
με κοίταξες
με ντροπιασμένα μάτια,
σβησμένα
στους μαύρους ανέμους
της κόλασης
και τα λόγια σου,
στομωμένα από τη σκουριά
της βραδινής ομίχλης,
έβγαζαν τη σιωπή από τα χείλη μου,
τι να σου πω
έπιασα τα χέρια σου,
δέρμα τυραννισμένο από καρδιά μολυβένια,
ήθελα
μια φλόγα να σου δώσω,
έστω μικρή,
σε αγκάλιασα
και το μαύρο
σε διαπέρασε
ναρκωμένοι λευκοί φωτισμοί
και η λεπίδα,
παγωμένο ατσάλι,
τους ιστούς του λαιμού διαπέρασε,
υποβολείς,
οι παγωμένοι δείκτες,
το τέλος μου
προσδιόρισαν·
AlexMil
12-12-2013
