Οσίπ Μάντελσταμ, Αιώνας

ΟΣΙΠ+ΜΑΝΤΕΛΣΤΑΜ

Αιώνα μου
Θηρίο μου
Στα μάτια ποιος μπορεί
Να σε κοιτάξει
Και με το αίμα του να δέσει
Των δυο αιώνων σπόνδυλους;
Το αίμα – τέκτονας αναβλύζει
Από των γήινων πραγμάτων τον λαιμό
Κι ο ρόγχος το σπαρτάρισμα αρχίζει
Στο κατώφλι των νέων ημερών.

Από τη ζωή αρπάζεται η πλάση
Τη ραχοκοκκαλιά θα πρέπει να μεταφέρει
Και κάτι το αόρατο παίζει
Με τον κυματισμό των σπονδύλων.
Σα γλυκό τράγανο παιδιού –
Ο αιώνας της παιδικής χώρας
Θυσία και πάλι σαν αμνός
Στο βρέγμα γίνεται της ζωής.

Από τη σκλαβιά για να βγει ο αιώνας
Κι ο νέος κόσμος να προβάλει
Του γόνατου οι ροζιασμένες μέρες
Με φλάουτο ας τυλιχθούν.
Είν’ ο αιώνας που το κύμα καν’ ν’ αφρίζει
Με την ανθρώπινη τη θλίψη
Η Εχίδνα αναπνέει στο χορτάρι
Το μέτρο του αιώνα του χρυσού.

Πάνω π’ ανθίζουν τα μπουμπούκια
Πετάγεται το βλαστάρι τρυφερό
Είν’ όμως τσακισμένη η ραχοκοκκαλιά σου
Γλυκιέ, θλιμμένε μου αιώνα.
Μ’ αμήχανο χαμόγελο
Κοιτάζεις προς τα πίσω, σκληρός κι αδύναμος
Σαν ένα ευλύγιστο θεριό,
Στα ίχνη π’ άφησαν τα χέρια τα δικά σου.

Leave a comment