Oι πρόγονοί μου ήσαν Κέλτες με γαλάζια μάτια, στενοκέφαλοι, αδέξιοι στη μάχη. Ντύνομαι σαν κι εκείνους βάρβαρα. Αλλά δεν βουτυρώνω τα μαλλιά μου. Οι Κέλτες ήταν γδάρτες αγριμιών, έκαιγαν τα χόρτα οι πιο ανίδεοι των καιρών.
Απ΄αυτούς πήρα: την λατρεία και την αγάπη για την ιεροσυλία∙ – ω, όλα τα βίτσια, οργή, λαγνεία,- μεγαλομανία, ηδυπάθεια∙ – προπάντων τη ψευτιά και την προσποίηση. Τρέμω όλα τα επαγγέλματα. Μαστόρους και εργάτες, όλους τους χωριάτες, τον όχλο.
Το χέρι με την πέννα αξίζει το χέρι του ζευγά. – Τι αιώνας των χεριών!- Δεν θα τα κατάφερνα ποτέ να γίνω χειροτέχνης. Το χέρι που εξημερώνεται πάει πολύ μακριά. Η τιμιότητα της ελεημοσύνης με εκνευρίζει. Οι εγκληματίες με απωθούν όπως τους ευνούχους: Εγώ είμαι ανέπαφος, κι αυτό μου κάνει το ίδιο. Αλλά! ποιος μου έδωσε αυτή την ύπουλη γλώσσα που μέχρι σήμερα στέκεται φρουρός της τεμπελιάς μου;
Χωρίς να μου χρησιμεύει για να ζω το ίδιο το σώμα μου, και πιο τεμπέλης κι από βάτραχος, έζησα παντού.
Καμμιά οικογένεια δεν γνώρισα στην Ευρώπη. Ακούω για οικογένειες σαν τη δική μου που σέβονται όλες τις διακηρύξεις για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου. – ΄Εχω γνωρίσει κάθε παιδί οικογένειας!
*Από το “Μια εποχή στην κόλαση”. Μετάφραση: Νεοκλής Κυριάκου.