Είχα κιόλας κοιτάξει τους κοκκοφοίνικες και τους ταμάρινθους
και τα μάνγκος
τα λευκά πανιά που στέγνωναν στον ήλιο
τον καπνό του κολατσιού στον πρωινό ουρανό
και τα ψάρια που πηδούσαν στα παραγάδια
κι ένα κορίτσι ντυμένο στα κόκκινα
που κατέβαινε στην ακρογιαλιά κι επέστρεφε με τον κουβά
και περνούσε πίσω απ’ τη δεντροφυτεία
εμφανιζόταν κι εξαφανιζόταν
και για ώρα πολλή
δεν μπορούσα να οδηγήσω το καΐκι χωρίς την εικόνα
της κοπέλας ντυμένης στα κόκκινα
κι οι κοκκοφοίνικες κι οι ταμάρινθοι και τα μάνγκος
μου φαινόταν πως υπήρχαν μόνο
επειδή υπήρχε εκείνη
και τα λευκά πανιά ήταν λευκά μόνο
όταν εκείνη μισοξάπλωνε
με το κόκκινο φόρεμά της κι ο καπνός ήταν γαλάζιος
και τα ψάρια ευτυχισμένα και οι ανταύγειες των ψαριών
και για πολλή ώρα προσπαθούσα να γράψω ένα ποίημα
για το κορίτσι που ήταν ντυμένο στα κόκκινα
και δεν έβρισκα τον τρόπο να το περιγράψω
εκείνο το παράξενο πράμα που με μάγευε
κι όταν το αφηγήθηκα στους φίλους μου εκείνοι γελούσαν
αλλά όταν ταξίδευα στη λίμνη κι επέστρεφα
πάντα περνούσα από το νησί με την κοπέλα με το κόκκινο φόρεμα
ώσπου μια μέρα μπήκα στον κολπίσκο του νησιού της
έδεσα το καΐκι μου και βγήκα στη στεριά
και τώρα γράφω αυτούς τους στίχους
και τους ρίχνω στα κύματα μέσα σε μια μπουκάλα
γιατί αυτή είναι η ιστορία μου
γιατί κοιτάζω τους κοκκοφοίνικες και τους ταμάρινθους
και τα μάνγκος
τα λευκά πανιά που στεγνώνουν στον ήλιο
τον καπνό του κολατσιού στον πρωινό ουρανό
και περνάει ο καιρός
και περιμένουμε και περιμένουμε
και γρυλίζουμε
και δεν έρχεται με τα τυλιγάδια της
η κοπέλα ντυμένη στα κόκκινα.
*Για πολλά χρόνια ο Π. Α. Κουάδρα εργαζόταν ως ναυτικός στη λίμνη της Νικαράγουας. Πολλά από τα ποιήματά του, καθώς και η συλλογή του “Ποιήματα του Σιφάρ”, είναι εμπνευσμένα από αυτή την εμπειρία, φέρνοντας απόηχους από την ελληνική μυθολογία. Στο ποίημα που δημοσιεύεται εδώ έχουμε έναν υπαινιγμό στην Κίρκη.
**Μετάφραση: Ρήγας Καππάτος. Από το βιβλίο “Τα εκατό ωραιότερα ερωτικά ποιήματα της ισπανικής γλώσσας”, εκδ. Εκάτη, 2000.
***Αναδημοσίευση από το περιοδικό “Αλάνα” Νο 5, 2007.
