Τάσος Λειβαδίτης, Δύο ποιήματα

Ο Τάσος Λειβαδίτης έφυγε σαν χθες, 30 Οκτώβρη του 1988

ΔΙΑΠΙΣΤΩΣΕΙΣ

Οι ονειροπόλοι στέκονται πάντα στην άκρη γιατί μόνον
Από κει θα περάσει
οι φτωχοί που τους ελεούν προσφέρουν μεγαλόψυχα τον
εαυτό τους
οι λέξεις μεγαλώνουν μέσα σε βράδια λησμονιάς
γυναίκες σιδερώνουν τα ξένα ασπρόρουχα κι ύστερα
πηγαίνουν στην πόρτα και κλαίνε
κι αυτός που κάνει έναν μεγάλο κύκλο πριν πάει στο
σπίτι του, γιατί δε θέλει ακόμα να το παραδεχτεί
– όχι, μη με ρωτάς, τίποτα δε θα επανορθωθεί
παιδιά έρημα που φεύγουν αθόρυβα απ’ την παιδική
ηλικία
ανέμελα πουλιά που βρίσκονται ένα ολόκληρο χρόνο
σε άδεια
τ’ αγάλματα έχουν κι αυτά τις μλαγχολικές τους
ώρες
ποιήματα – κλειδιά για την τρέλα ή τον ουρανό
η φήμη – αυτό το σφαγείο
ονειρεύομαι ένα νοσοκομείο για τ’ άρρωστα παραμύθια,
κύκνους μες στα καπέλα των κατάδικων, δάφνες
για νικημένους
εμείς οι ξεχασμένοι που μας αρκεί ένα χαμόγελο για
να περάσουμε τα σύνορα του κόσμου.
Αντίο, αντίο… Τίποτα δε θα επανορθωθεί…

Η ΜΕΓΑΛΗ ΑΜΑΡΤΙΑ

Οπωσδήποτε θα είχα κάνει μεγάλα πράγματα
στη ζωή μου, αλλά είχα γεννηθεί πολύ απασχολημένος,
θέλω να πω (τι να πω και ποιος να καταλάβει)
– έμενα τότε σ’ ένα άθλιο ξενοδοχείο κοντά στο σταθμό,
τα τρένα φεύγαν γρήγορα σαν τις Εποχές, τα βράδια
ακουγόταν άξαφνα ένας πυροβολισμός απ’ το
παρελθόν κι η νοσταλγία με σκότωνε, ενώ η μαραμένη
καμαριέρα έστρωνε τα σεντόνια, τυλιγμένη μες στο
πυκνό μυστήριο μιας ζωής που σπαταλήθηκε άδικα, και
θυμόμουν τη μητέρα που μού ‘λεγε πως μια είναι η
μεγάλη αμαρτία, “παιδί μου” έλεγε κι εγώ καταλάβαινα,
γιατί υπάρχουν πολύ λίγα λόγια στον κόσμο –
όπως κι οι πιο ωραίες ιστορίες θα ειπωθούν για μας
όταν δε θά ναι πια κανείς να τις ακούσει.

Leave a comment