Σαν ξένη να ερχόμουν απ’ αλλού.
Σ’ απαλό καΐκι
να διέσχιζα του κήπου τo φονικό νερό
που γειτνιάζει με το ψηλό γονικό σπίτι.
Ηλίανθος μητέρα
τα σκοτεινά σου μέρη ίσκιοι ζωηροί
πολύεδρο άστρο.
Σε πόσα λουλούδια τραγούδησες
βρύση θνητή.
Ο πατέρας πληκτρολογεί στο google
τ’ όνομά του
τραντάζοντας με βροντερά φτερνίσματα
τον κορσέ του ύπνου
της κοινότητας.
84 χρονών ερωτευμένος με τη φευγάτη γη.
Ανάβουν τα φώτα στο σπίτι τους.
Όμορφα τα φώτα ανάβουν το σούρουπο.
Άκου πώς βαρά το κανονάκι στα περβόλια.
Εκείνο που σίγασε πριν από χρόνια.
Αναμεταξύ των χτύπων αντηχεί
η περπατησιά του σκιάχτρου
που κοντεύει.
*Το ποίημα αναδημοσιεύεται από το ιστολόγιο της ποιήτριας Ηλιόδενδρον στη διεύθυνση http://hliodendron.blogspot.com
