Δύο ποιήματα για τον Κωνσταντίνο Π. Καβάφη

http://goodmusipresszita.blogspot.com/2012/03/constantine-p-cavafy-ithaka.html

Δημήτρης Ελευθεράκης, Στιχοποιού απόκλιση

Επάνω στο γραφείο του έμεναν τα γυαλιά, ένα κερί
κι ένας τόμος ανοιγμένος της Ιστορίας των Περσών
(μα γράφτηκε ποτέ τέτοιο βιβλίο;)
και μία εφημερίδα του έτους 2003 μ.Χ.
Στοχάζονταν να βρει τον ορισμό της περιρρέουσας
κι ύστερα να ‘δινε το όραμα μ’ όλο το μέτρο που βαστά ο στίχος,
να φτιάξει ποιήματα σπουδαία ελληνικά όπως το θέλησε.
Όμως τον πρόφτασε στα μέλη του ο δόλος του κρασιού,
όπως αρμόζει σε άνθρωπο φθαρμένο απ’ τα πνευματικά,
κι αφέθηκε στη γλύκα ενός ενύπνιου~
καράβια να φουσκώνουνε μέσα στις πόλεις του Κατάρ
κορίτσια που παντρεύονταν πάνω απ’ την έρημο
και στο μυαλό του υμέναιος τ’ ανθρώπινο μελίσσι.

Χάρης Ψαρράς, Γυρίζοντας αλλού το βλέμμα

Δε λέω πως το οξύ βλέμμα είναι λίγο
η δύναμη να βλέπεις πριν
τραπεί ο καθρέπτης σου σε δάκρυ κι αναπόληση
η γνώση να επινοείς
κάτω απ’ τα υφάσματα και τις πτυχές των ρούχων
σώματα υπάρχοντα μες στον παλμό τους.
Αναλογίες στέρεες, πρωτίστως φανερές
“δίνουνε νόημα στην όραση” μου έλεγες.
Αξίζει και αυτό, όμως τα μάτια πρέπει
να τα χειρίζεσαι σωστά, να συλλαμβάνεις
μια αγκαλιά πραγμάτων, όχι μόνο
ώμους λευκούς που αναλώνονται στο φως τους.
Πάθος συνδυάζοντας και βιοπορισμό
μιαν άκρη βρήκες και εσύ, χρυσό απάγκιο.
Κοίταζες σώματα γυμνά για να τα ζωγραφίζεις
προσεκτικά, τραβώντας με γραμμές τον ίδιο δρόμο
την κίνησή τους έξω απ’ το χαρτί
ίχνη χαδιών που προίκισαν το δέρμα
σγουρά μαλλιά σα φύλλα, σε σκιές
κι ήπιο χρώμα τα γύριζες.
Μοντέλα, αγόρα άπραγα, άνθρωποι της ανάγκης
καιροί σφιχτοί χωρίς δουλειά… ποζάρουν για να ζήσουν
αφήνουν έναν οβολό σε τέχνη λεπτών τρόπων.
Η πείνα, η δυσχέρεια πώς ν’ απεικονιστεί
όταν γλυκιές πηγές φωτός μόνο στο σώμα σκάβεις
βλέμμα οξύ στη θήκη των κορμιών να συσκοτίζεται…
αχ, όπου να ‘ναι θα τελειώσουν τα πορτρέτα
όσο φτάνεις στο πρόσωπο τα μάτια συναντάς
εκεί που κλείστηκε η ερημιά του κόσμου.
Σφιχτοί καιροί, χωρίς λεφτά, σώματα αγγεία και
στη φτώχεια τους υπάκουα.
Κοίτα τι λεν τα μάτια τους
θέλεις, δεν θες το βλέμα σου θα ‘βρει
εκείνη την οξεία του πλευρά που ξεγυμνώνει
το έργο από της χάρης του τα κρύσταλλα
κακό καθρεπτισμό και λυπημένο
για να σου νεύει πως, σιγά
σιγά, γίναν τα σώματα κουρέλια.

*Αναδημοσίευη από το http://avgi-anagnoseis.blogspot.com/2008/05/blog-post.html

Leave a comment