Πόση ματαιώτις πια μπορεί να ξεπηδά από μια γερασμένη καρδιά
όταν τα πάντα γύρω τείνουν να γερνούν ακόμη περισσότερο;
όταν οι νεράιδες απαγχωνίζονται
μην αντέχοντας να αντικρίζουν την κατάντια του αδιεξόδου
αυτού που αυτοαποκαλείται “ανθρώπου”;
όταν ο χείμαρρος της λογικής παραλύει στο διάβα του
το άδυτο των συναισθημάτων,
τότε στην καρδιά δεν απομένει τίποτε
από το να χύνεται και να σταυρώνεται
πασχίζοντας να επουλώσει τις πληγές της.
μα αυτές επιστρέφουν και σκορπούν ξανά,
όταν -άθελά σου- αυταπατάσαι…
η ανοσία παύει να είναι εφικτή
κι οι καρδιές πεθαίνουν,
παρατάσσονται στα στρατόπεδα συγκέντρωσης
του Εκδικητή Έρωτα
κι αυτός με τα κόκκινα καρφιά του
βυθίζει για μια ακόμη φορά την ανθρωπότητα στην αμαρτία.
Τώρα οι ουρανοξύστες βαπτίζουν αμαρτία την αγάπη
και διάβολο τον έρωτα,
ίσως γι’ αυτό τον σκότωσαν έτσι ωμά,
όπως ωμά κάποιες φράσεις θα λαιμητομήσουν τα φτερά μιας άλλης.
Μα ένεκα της ματαιότητος
που απαρνείται την υπόσταση της φθηνής συνήθειας,
καταλήγω σ’ αυτή την ανοιχτή τελεία
ενός αναπάντητου ερωτήματος που -ευτυχώς-
βασανίζει την (μείζονα) ανθρωπότητα∙
περί υπάρξεως ή απλώς διαβάσεως στη ζωή;
Νέττα
