Ένα ποίημα για τον αγώνα των εκπαιδευτικών
Άνοιξε τα μάτια σου. Ξέρω, θα τυφλωθείς από το φως.
Αυτό παθαίνει όποιος κινείται στα σκοτάδια για 15 μήνες.
Άνοιξε τα μάτια σου.
Πρέπει να βλέπεις τον εχθρό,
αν θες να αμυνθείς.
Κλείσε τ’ αφτιά σου.
Όσα σου ψιθυρίζουν τα ερπετά δεν είναι τίποτα παρά εντυπώσεις.
Αυτά σε κράτησαν σκυφτό, αμήχανο και τρομαγμένο.
Μην τους ακούς.
Αυτοί εφεύραν το ψέμα
και ξέρουν καλύτερα από τον καθένα
στις καρδιές πως επιδρά,
και πως τη λάμψη σβήνει απ’ τη ζωή
κι αφήνει μια θαμπάδα.
Άνοιξε τα μάτια. Τον βρήκες τον εχθρό;
Ωραία, μην τον αφήσεις να ξεφύγει από την ματιά σου,
γιατί είναι αξεπέραστος στις μεταμφιέσεις.
Μπορεί να σε μπερδέψει και να περάσεις τον φίλο για εχθρό.
Τα χέρια τώρα και τα πόδια.
Τα παγωμένα μέλη πρέπει να κουνηθούν.
Πρώτα τα χέρια, μετά τα πόδια.
Κούνα τα.
Δεν έχεις κουράγιο;
Τότε περίμενε για μια στιγμή,
αναλογίσου τη δύναμή σου,
σύρε από της μνήμης τα κελάρια σκηνές από το παρελθόν,
από τα κατορθώματά σου.
Τότε που έσπαγες βουνά και γκρέμιζες συνειδήσεις,
που έκρυβες το φως του φεγγαριού σαν ορθονώσουν στις μύτες των ποδιών,
που διέσχιζες ηπείρους και ωκεανούς
μεταφέροντας μηνύματα ανατροπής στις πλάτες σου.
Θυμήσου τα αυτά και σήκω.
Σήκω τώρα!
Βάλε το μυαλό σου να δουλέψει.
Το θάρρος πού το βρήκε ο εχθρός;
Σε νόμιζε ακούνητο, τυφλό και ηττημένο.
Από τον φόβο σου άντλησε τη δύναμή του.
Γι’ αυτό σου λέω πέτα και τον φόβο,
δεν τον χρειάζεσαι σαν πας για μάχη.
Κι εσύ για μάχη πας,
επιλογή δεν σου άφησαν καμία.
Ή θα παλέψεις ή θα σε φάνε.
Ή θα νικήσεις ή θα σε φάνε.
Άρα θα παλέψεις.
Άρα θα νικήσεις.
